Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

– Αζάπ’ !

  • Ορμα! ‘Ελα! ‘Ελα Καίτη!

Αγέρωχη η σκύλα με κοιτούσε κατάματα.

  • Που πας;

Η εντολή να επιστρέψω στη μονάδα είχε έρθει. 3 μήνες στο φυλάκιο του νησιού ήταν πολλοί. Μακρυά από τις χαρές της Χίου, πάνω στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη…

  • ‘Ελα! Πήδα στη βάρκα Καίτη!

‘Ήθελα να την πάρω μαζί μου. Δέθηκα με το ζωντανό. Παρέα πηγαίναμε τα βράδια στο καφενείο του ΕΟΤ για κάνα κρασάκι. Καθόταν έξω από την πόρτα και περίμενε υπομονετικά να τελειώσει ακόμη μια βραδιά.

Ας φοβόταν να περάσει έξω το νεκροταφείο τα βράδια του χειμώνα. Κάτι θα ήξερε. Εγώ, μέσα στην άγνοιά μου και χωρίς άλλη επιλογή, περνούσα από κει κάθε βράδυ για να πάω να πιω ένα κρασάκι… μια σουμάδα… να παίξουμε και κανένα κουμ-καν, ενίοτε πίναμε και κανένα τσίπουρο που έστελνε ο πατέρας από τα Γιάννενα, για να καλοπιάσω τον Γιαννιώτη αξιωματικό του 1ου γραφείου.

Ανιδιοτελής αγάπη από ένα ζωντανό. Υπομονετικά κουλουριαζόταν στο πατάκι της εξώπορτας και ανέμενε.

Ανιδιοτελής; ‘Ισως όχι ακριβώς… το κάτι σαν “αντάλλαγμα” πάντως ήταν δυο κονσέρβες : Μία με τυρί εκστρατείας και μια με κρέας.

Κάθε μέρα.

…και ήρθε η μέρα που έπρεπε να φύγω. Επιτέλους! Το φυλάκιο είχε οργανωθεί πλέον. Βρέθηκαν και οι είκοσι χιλιάδες σφαίρες που είχαν κάνει φτερά από τα 108.

  • ‘Ορμα Καίτη! ‘Ελα! ‘Ελα Καίτη!

Δεν πηδούσε το ζωντανό στη βάρκα του Αζάπη. Αυτό το μέρος ήταν ο κόσμος της. Αυτό ήξερε, δεν ήθελε το μεγάλο χωριό.

Σε μια γκαρσονιέρα που με στέγαζε.

  • Το αγαπάς το ζωντανό, εεε Δόκιμε;

  • Ναι καπετάνιε. Αλλά δε θέλει να έρθει.

  • Πάμε να φύγουμε. Θα μας πιάσει ο παλιόκαιρος Η Καίτη δεν θα έρθει. Αποχαιρέτησέ τη. Γριά είναι, θα πεθάνει εδώ στον τόπο της.

Η βάρκα ξεκίνησε. Η Καίτη στην προβλήτα όρθια να κοιτά.

Κάθισα μέσα, δίπλα στον Αζάπη. Από την ανοιχτή πόρτα έβλεπα την σκύλα να κοιτά. ‘Ενας κόμπος μου ήρθε στο λαιμό.

Τον έπνιξα με μια μηχανική κίνηση ανάβοντας ένα τσιγάρο.

  • Πως είναι ο καιρός Καπετάνιε; Κατόρθωσα να ψελλίσω.

  • Δύσκολο δρομολόγιο θα έχουμε Δόκιμε.

Τρεις μήνες στα Ψαρά, πρώτη φορά παρατήρησα τον Αζάπη. Ούτε το όνομα του δεν ήξερα. Αζάπη τον φωνάζαν όλοι. Κάθε Τρίτη και Πέμπτη ξεφόρτωνε προμήθειες για το φυλάκιο.

Ψαράς, μεταφορέας με το καϊκι του. Σωτήρας του νησιού στα δύσκολα.

Γερασμένος αλλά κοτσονάτος, πραγματικά αγέρωχος άνθρωπος, με μπόλικη εμπιστοσύνη στα χέρια του. Σαν τότε που πήρε πάνω του την ευθύνη και μετέφερε με το καΐκι και με 9 μποφόρ τον άρρωστο στη Χίο… τότε που και ο Στρατός είχε πει πως δε μπορούσε να πετάξει ελικόπτερο στη νησί.

Και τον έσωσε.

Ο αέρας άρχισε να δυναμώνει κουνώντας γερά πλέον το καΐκι. Είχαμε ξεφύγει από το γλυκό πάφλασμα των κυμάτων που σκάγανε στο σκαρί και γίνονταν απειλητικά.

Ο Αζάπης άλλαξε έκφραση στο πρόσωπο.

  • Δύσκολα τα πράματα Γιώργη, γυρνά και λέει στον σύντροφό του στα ταξίδια.

  • …8άρι και βάλε είναι Καπετάνιε, είπε ήρεμα ο Γιώργης καθώς κοιτούσε έξω από το στρόγγυλο παράθυρο.

  • Δε φοβάσαι ωρέ Δόκιμε λίγο κύμα, φοβάσαι βρε;;;

Τον κοιτώ αμίλητος.

Το καΐκι είχε αρχίσει να κουνιέται σαν δαιμονισμένο. Πηγαίναμε και πλάγια στα κύματα, όχι κόντρα. ‘Ένιωθα το σκαρί να ανεβαίνει ψηλά και να κατεβαίνει απότομα χαμηλά.

Φως πουθενά.

‘Ενα απέραντο μαύρο είχε τυλίξει τον ορίζοντα.

Μηχανικά προσπαθώ να ανάψω ακόμη ένα τσιγάρο. Κοιτώ χαμηλά στην τσέπη του στρατιωτικού μου τζάκετ να εντοπίσω το πακέτο. Για να συνειδητοποιήσω πως έχει μπάσει νερά το κουβούκλιο.

Γύρισα το κεφάλι μου να κοιτάξω έξω από το φινιστρίνι. Πρόλαβα να δω ένα τεράστιο μαύρο κύμα να έρχεται καταπάνω στο καΐκι.

‘Ένιωσα το σκαρί να δονείται δυνατά. ‘Ένιωσα το παγωμένο νερό μέσα στις αρβύλες μου.

‘Ένιωσα πως… αυτό ήταν. ‘Είδα όλη μου τη ζωή να περνά από μπροστά μου.

Είδα τους λίγους και καλούς φίλους : Το Βασίλη και τον Φόρη, την τότε κοπέλα μου την Ιωάννα, μάνα και πατέρα τους φαντάστηκα να με κηδεύουν. Τα αδέρφια μου να λυγίζουν, το μέλλον να μην είναι πια εκεί.

Με κλειστά μάτια, συνέχισα να νοιώθω το γέρικο σκαρί να τραντάζεται σε κάθε κύμα.

Ο Ποσειδώνας δεν ήταν μαζί μας εκείνο το πρωινό του Γενάρη.

… ή έτσι νόμιζα.

Δεν είχα καταλάβει πόση ώρα είχε περάσει από όταν έκλεισα τα μάτια μου. Τόλμησα να τα ξανανοίξω όταν πια ένοιωθα το κύμα να έχει καταλαγιάσει.

Και τότε ξανακοίταξα τον Αζάπη.

Στα μάτια.

  • Φτάσαμε ωρέ Δόκιμε. Δε στο είπα; Παιχνιδάκι θα είναι….

  • Δε μου το είπες Καπετάνιε…

  • ΣΤΟ ΕΙΠΑ ΛΕΩ! ΕΧΩ ΠΑΝΤΑ ΔΙΚΙΟ!

  • Καλά Καπετάνιε, αφού το λες…

Πάτησα το πόδι μου σε στέρεο έδαφος στη Βολισσό. Κοίταξα το ρολόι και κατάλαβα πως κάναμε τη ρότα των δύο ωρών σε τρεις και μισό

  • Καλός πολίτης Δόκιμε, είπε ο Αζάπης

  • Να ‘σαι καλά Καπετάνιε, απάντησα με όση ψυχή μου είχε απομείνει καθώς μάζευα τα μπαγκάζια μου για να φορτωθούν στην Καναδέζα που με περίμενε. Αλλά έχω 12 μήνες θητεία ακόμη.

Δεν τον ξανάδα. Ούτε και την Καίτη.

Πριν φύγω με τη μετάθεση από τη Χίο, τέσσερις μήνες αργότερα, ρώτησα και έμαθα.

Ζούσαν και οι δυο τους. Και η Καίτη και ο γερο-Αζάπης.

Γέρικα αλλά γερά σκαριά.

Advertisements
%d bloggers like this: