Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

Πλούτωνας: Ο θεός των ψυχών

plutost.jpg

Και σαν τραβήχτηκε ο κλήρος για να είναι δίκαιη η μοιρασιά, οι αψηλές ηλιόλουστες κορφές του Ολύμπου, έγιναν του Δία χρυσοστόλιστα παλάτια και η γαλάζια θάλασσα με του κρυστάλλινους αφρούς, δόθηκε στου Ποσειδώνα τάγριο χέρι, κατά πως θέλει να διαφεντεύει… τότε… με μιας σκοτείνιασε ο Πλούτωνας σαν ένιωσε τι έπεφτε σ΄ αυτόν κι αφού της μοίρας τα γραμμένα ουτ΄ οι θεοί δεν τα ξεγράφουν, έσκυψε το κεφάλι και τράβηξε αμίλητος για το βασίλειο των νεκρών…
Κάπως έτσι λοιπόν έπεσε τα σκοτεινό βασίλειο του Κάτω Κόσμου στον τρίτο αδελφό, τον Πλούτωνα. Δίκαιη όπως ήταν η μοιρασιά, αφού είχε γίνει με κλήρους, δεν μπόρεσε ν΄ αντισταθεί και δέχτηκε τη μοίρα του, που ΄χε ορίσει να περάσει όλη την αθάνατη ζωή του σ΄ ένα τόπο σκιερό, που ποτέ ο ήλιος δεν είχε στείλει μια αχτίδα φως, ούτε είχε ακουστεί ένα κελάηδημα πουλιού.
Πήρε λοιπόν ένα σκοτεινό και απότομο μονοπάτι κι άρχισε να κατεβαίνει μέσα στη γη. Πέρασε διάφορα ποτάμια, λίμνες, σκιερές κοιλάδες και βουνά και τέλος έφτασε στον ποταμό Αχέροντα που ήταν ο τελευταίος πριν τη μεγάλη πόρτα του βασιλείου. Εκεί στάθηκε λίγο κοιτώντας τριγύρω, μην ξέροντας ποιο τρόπο θα μπορούσε να περάσει το βαθύ ποτάμι. Τότε είδε ένα γέρο να πλέει με μία βάρκα πάνω στα ήρεμα νερά.
– Ε, εσύ γέροντα! Του φώναξε. Έτσι υποδέχεσαι τον βασιλιά και άρχοντα θεό σου;
Ζύγωσε γρήγορα και πέρνα με αντίκρυ για να διαβώ τη βαρειαστολισμένη πόρτα της χώρας που μου δώσανε οι μοίρες…
Πράγματι ο γέροντας πλησίασε και πέρασε το θεό απέναντι. Πριν φύγει ο Πλούτωνας, ξαναγύρισε προς το μέρος του βαρκάρη και του είπε..
– Ποιο είναι το όνομα σου;
– Χάροντας, μεγάλε μου αφέντη. Χρόνια και χρόνια είμαι εδώ κάτω, με συντροφιά τούτη τη βάρκα, που μ΄ αρμενίζει ήρεμα σε τούτα τα νερά.
– Ωραία λοιπόν. Σαν θες, του λόγου σου, τη βάρκα να κρατήσεις, ξέρε καλά, πως χρέος σου από δω και εμπρός θα είναι αυτόν που κατεβαίνει, στην αντιπέρα όχθη να περνάς, αφού για πληρωμή ένα ασημένιο νόμισμα θα σ΄ ακουμπά στο χέρι.
Αυτά είπε ο θεός και τράβηξε κατά την πόρτα, όπου βρήκε ξαπλωμένο ένα πελώριο άγριο σκυλί με τρία κεφάλια. Ήταν ο Κέρβερος, ο φύλακας του βασιλείου, που πρόσεχε το μέρος για να μη το σκάσει καμία ψυχή κι ανέβει στον πάνω κόσμο. Μόλις είδε τον Πλούτωνα σηκώθηκε και άρχισε να του κουνά την ουρά χαρούμενος. Όταν πέρασε ο θεός, ξανασοβάρεψε και κοίταξε ένα γύρω μπας και ξέφυγε κανείς προς τα έξω. Μέσα στον Άδη υπήρχαν τρία μέρη, που ο θεός όρισε να έχουν διαφορετικό σκοπό. Στο ένα μέρος θα δικάζονταν οι ψυχές κι από κει, αν είχαν ζήσει δίκαιη ζωή θα πήγαιναν στα Ηλύσια πεδία, που ήταν μια όμορφη πεδιάδα ή αν είχαν κάνει κακές πράξεις όσο ζούσαν θα ρίχνονταν στον Τάρταρο, ένα ακόμα πιο σκοτεινό και πιο βαθύ μέρος απ΄ τον Άδη και θα βασανίζονταν αιώνια με διάφορες τιμωρίες. Ο Πλούτωνας δεν ξανανέβηκε στη γη, παρά μόνο δύο φορές. Τη μια γιατί όπως ήταν κάτω στο παλάτι του, μελαγχολούσε συχνά και στεναχωριόταν που δεν είχε κάποιον να του μιλήσει, να του πει τον πόνο του. Έτσι αποφάσισε να παντρευτεί την όμορφη Περσεφόνη, την κόρη της Δήμητρας και την έκλεψε. Τελικά όμως επειδή η μητέρα της ήθελε να την έχει κοντά της μερικούς μήνες, ορίστηκε από τον Δία να κάθεται η νέα μαζί με τον άντρα της μόνο το μισό χρόνο και τον υπόλοιπο να τον περνά πάνω στη γη.
Κι άλλη μια φορά ανέβηκε κι αυτή μάλιστα έφτασε μέχρι τις ψηλές κορυφές του Ολύμπου για να του γιατρέψουν μια λαβωματιά που είχε στον ώμο του και τον πονούσε. Τώρα βέβαια πως πληγώθηκε είναι μια άλλη, μεγάλη κι ωραία ιστορία, που θα τη βρούμε στη ζωή του ήρωα Ηρακλή, που κατέβηκε κάποτε στον Άδη για να πάρει μαζί του τον Κέρβερο και πριν φύγει έριξε στο θεό με το τόξο του ένα βέλος.
Γιατρεύτηκε τελικά ο Πλούτωνας και ξαναγύρισε στον Κάτω Κόσμο κι από τότε έμεινε για πάντα εκεί με τη συντροφιά της αγαπημένης του γυναίκας. Άλλαξε λίγο με την παρέα της ο σκυθρωπός και μελαγχολικός θεός. Έγινε πιο καλοσυνάτος, χαμογελούσε που και που, στιγμές – στιγμές μάλιστα φωτίζονταν το πρόσωπο του, λες και ένα ς ήλιος κατόρθωνε να περάσει μέσα στο χώμα και να ρίξει τις ζεστές αχτίδες του στο βασιλικό παλάτι.
Δεν ήταν λοιπόν κακός ο λιγομίλητος θεός. Ήταν καλός και γεμάτος συμπάθεια για τις ψυχές των ανθρώπων που κατέβαιναν στη χώρα του. Η μόνη λύπη που τον βάραινε πάντα σα σύννεφο, ήταν η παλιά εκείνη μοιρασιά, που είχε κάνει με τα αδέλφια του κι όπου η τύχη όχι μόνο δεν του είχε χαμογελάσει αλλά αντίθετα του είχε δώσει τον πιο πικρό κλήρο.. ένα χρυσό κατασκότεινο βασίλειο που δεν είχε ποτέ αντικρίσει τον Ήλιο…

Advertisements
%d bloggers like this: