Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

Ερμής : Ένας παμπόνηρος θεός

hermes_statue.jpg

Ο Ερμής ήταν γιος του Δία και της Μαίας. Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε, φάνηκε πως δεν έμοιαζε στους άλλους θεούς. Ήταν όλο κατεργαριά κι εξυπνάδα. Του άρεσε να σκαρώνει φάρσες κι αστεία στους άλλους κι έπειτα να κάθεται και να γελάει με τα παθήματά τους. Αλλά αυτό που νευρίαζε πιο πολύ τους αθάνατους, ήταν η κακή συνήθεια που είχε να κλέβει τα πράγματά τους. Κανένας δεν του γλίτωσε και πρώτος μπήκε σε μπελάδες ο αδελφός του Απόλλωνας. Αμέσως μόλις γεννήθηκε ο άτακτος θεός, βγήκε απ’ τα ζεστά του σκεπάσματα, το ‘σκασε απ’ τη μητέρα του και αποφάσισε να ασχοληθεί με πιο ωραία πράγματα απ’ το να κοιμάται όπως όλα τα συνηθισμένα μωρά. Όταν λοιπόν βρήκε πιο κάτω το μεγάλο κοπάδι του Απόλλωνα, τις όμορφες αγελάδες του ήλιου, σκέφτηκε πως δεν θα ήταν άσχημα να ‘παιρνε μερικές για να τις κρύψει. Πράγματι διάλεξε κάμποσες και για να μην μπορέσει κανείς να βρει που θα τις είχε πάει, ξανά πετάλωσε τα ζώα ανάποδα. Έτσι όποιος έβλεπε τα χνάρια θα νόμιζε ότι το μικρό κοπάδι πήγαινε αντίθετα από ‘κει που πήγε και το ‘κρυψε ο πονηρός Ερμής. Έπειτα πήρε το δρόμο του γυρισμού, χαρούμενος που η πρώτη του δουλειά είχε πετύχει.
Όπως περπάταγε λοιπόν, βρήκε μια μικρή χελώνα που πήγαινε σιγά – σιγά. Ε, αυτό ήταν! Μετά από λίγη ώρα η χελώνα δεν υπήρχε!
Ο Ερμής που το ‘βρισκε αδύνατο να κάτσει λίγο φρόνιμα, αφού σκέφτηκε τι θα μπορούσε να κάνει με το όμορφο καβούκι της, της το ‘βγαλε και στερέωσε πάνω του τεντωμένα κάτι άντερα από αρνιά, που μόλις τ’ άγγιζε έβγαζαν γλυκούς ήχους μουσικής. Το νέο αυτό όργανο το ονόμασε λύρα.
Βράδυ πια γύρισε στη μητέρα του και της διηγήθηκε όσα είχε κάνει τη μέρα που έλειπε. Τρόμαξε και θύμωσε μ’ όλα αυτά που άκουσε η Μαία αλλά πιο πολύ θύμωσε μ’ όλα αυτά ο Απόλλωνας, όταν το ίδιο βράδυ ανακάλυψε ότι του έλειπαν πολλές αγελάδες και πως ο κλέφτης ήταν το νεογέννητο αδελφάκι του. Μια και δυο λοιπόν πήγε και βρήκε τον Ερμή και αφού τον πήρε απ’ το χέρι τον πήγε μπροστά στον πατέρα τους τον Δία για ν’ αποφασίσει εκείνος τι θα γινόταν. Ο Δίας μην μπορώντας να θυμώσει έχοντας μπροστά του ένα μωρό μιας εβδομάδας, έβαλε τα γέλια και είπε στον μικρό πως δεν θα τον τιμωρούσε, αρκεί να πήγαινε τον αδερφό του εκεί που ‘ταν τα ζώα. Λυπημένος τότε αυτός πήγε τον Απόλλωνα στην σπηλιά που ήταν οι αγελάδες. Όταν τις μέτρησε ο θεός βρήκε πως έλειπαν δυο, θύμωσε για τα καλά. Μάταια το αδερφάκι του προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι αυτές τις αγελάδες δεν τις είχε φάει αλλά τις είχε θυσιάσει στους θεού. Τίποτα… Τότε ξαφνικά θυμήθηκε τη λύρα και άρχισε να παίζει κι ο Απόλλωνας έμεινε να τον ακούει μαγεμένος. Πονηρός ο Ερμής είπε στον αδερφό του πως θα του ‘δινε δώρο το όμορφο όργανο φτάνει να ‘παιρνε άξια ανταλλάγματα. Έτσι κι έγινε. Ο θεός του άφησε τα ζώα, του έδωσε ένα μικρό χαριτωμένο σκήπτρο με δυο φιδάκια πλεγμένα πάνω του, που συμβόλιζαν την ειρήνη και την ευτυχία κι έξω απ’ όλα αυτά του υποσχέθηκε ότι θα είναι αιώνια φίλοι.
Μόλις μεγάλωσε λίγο ο Ερμής, ανέβηκε στον Όλυμπο κι έμεινε μαζί με τους άλλους αθάνατους, που βέβαια δεν τους άφηνε σε ησυχία, μιας και συχνά χάνονταν πότε η τρίαινα του Ποσειδώνα, πότε το σπαθί του Άρη ή το σκήπτρο του ίδιου του Δία. Αφού τα ‘κρυβε για λίγο καιρό, τα ‘δινε μετά πίσω γελώντας με την ανησυχία τους.
Επειδή λοιπόν ήταν πολύ έξυπνος και τα κατάφερνε στις δύσκολες περιπτώσεις με την πονηριά του, οι θεοί ζητούσαν συχνά την βοήθειά του και δεν ήταν λίγες οι φορές που έφευγε για μακρινά ταξίδια, όπως τότε που είχε ελευθερώσει τον Άρη απ’ τους Αλωάδες. Γι’ αυτό ο Δίας του χάρισε ένα ζευγάρι φτερωτά πέδιλα που φορώντας τα μπορούσε να φτάσει σε λίγες στιγμές στην άκρη του κόσμου.
Σ’ ένα απ’ τα πολλά του ταξίδια συνάντησε μια όμορφη νύμφη, την Δρυόπη, αγαπήθηκαν κι αυτή έκανε μαζί του ένα γιο τον Πάνα. Μόλις όμως η νύμφη είδε ότι το παιδί που γέννησε είχε κεφάλι τράγου με δυο κέρατα στην κορυφή και πόδια κατσικίσια, τρομαγμένη το ‘δωσε στον Ερμή κι έφυγε. Όσο άσχημος ήταν ο Πάνας, τόσο καλός ήταν μέσα του, γι’ αυτό ο πατέρας του τον αγαπούσε περισσότερο από κάθε τι άλλο. Πάντα ήταν χαμογελαστός, του άρεσε η μουσική κι έπαιζε συνέχεια μια φλογέρα τρέχοντας στα δάση και παίζοντας με τις νύμφες. Απ’ αυτόν έμαθε μουσική ο δεύτερος γιος του Ερμή, ο Δάφνις που τον γέννησε κι αυτόν μια νύμφη κι ύστερα τον άφησε αδιαφορώντας για την τύχη του. Ο Δάφνις, αντίθετα απ’ τον αδερφό του ήταν πάρα πολύ ωραίος και όταν μεγάλωσε πια με τις φροντίδες των νυμφών, έγινε βοσκός κι έμαθε να παίζει σουραύλι απ’ τον Πάνα. Μέρες ολόκληρες έπαιζε και τραγουδούσε με μια υπέροχη φωνή και σιγά – σιγά έγινε αχώριστη συντροφιά του μια νύμφη, η Λύκη, που συχνά τραγουδούσε μαζί του. Ο Δάφνις την αγαπούσε πολύ και δεν ήθελε να χωρίσουν οι δρόμοι τους ποτέ. Όμως η Λύκη δεν ένιωθε ευτυχισμένη και πόναγε στην σκέψη κάποιου χωρισμού…
– Αγαπημένε μου, σαν το φεγγάρι ολόγιομο μ’ ασήμι βάφει τα μαλλιά σου, νιώθω πως τίποτα, μα τίποτα στον κόσμο δεν θα μπορούσε να μερώσει τον καημό μου, αν σαν τ’ αγέρι μου ‘φευγες μακριά… κι όταν πάλι το χρυσαφί χούφτες – χούφτες ο ήλιος στο πετάει στα μάτια, νιώθω να χάνομαι, σαν σκέφτομαι πως κάποτε ίσως να με ξεχάσεις και σ’ άλλη δώσεις τη χαρά να σ’ αγαπάει…
Και κάθε φορά που η Λύκη του μίλαγε έτσι, λυπημένος που την έβλεπε να στεναχωριέται, της έλεγε πως τίποτα στον κόσμο δεν θα μπορούσε να τους χωρίσει και πως η αγάπη τους θα ‘μενε για πάντα μεγάλη.
– Κι αν κάποια μέρα χωρίς να το καλοσκεφτώ κινήσω άλλη καρδιά να κατακτήσω χωρίς εσένα, τη πιστή συντρόφισσά μου να νοιαστώ, τότε του ήλιου το χρυσάφι πύρινες γλώσσες να γενεί, καρφιά που πυρωμένα, θα χύσουνε στα μάτια μου το πιο πηχτό σκοτάδι….
Μ’ αυτόν τον βαρύ όρκο δέθηκε ο Δάφνις με την Λύκη, μα αλίμονο ξ μοίρα του φύλαγε κακιά τύχη. Μια μάγισσα βασιλοπούλα τον μάγεψε μ’ ένα φίλτρο που όποιος το ‘πινε ξέχναγε κάθε τι και τον κρατούσε κοντά της. Η δυστυχισμένη νύμφη, χωρίς να ξέρει τι είχε γίνει καταράστηκε τον Δάφνι να πιάσει ο όρκος του κι έτσι ο νέος τυφλώθηκε.
Πικραμένος έφυγε μακριά κι όπως περπατούσε μια μέρα, έπεσε από ένα βράχο και σκοτώθηκε. Ο Ερμής όμως δεν τον πήγε στον Άδη, αλλά τον πήρε στον Όλυμπο και τον κράτησε κοντά του, γιατί ποτέ δεν θα μπορούσε, μιας κι αυτός ήταν ο θεός που πήγαινε στον Κάτω Κόσμο τους ανθρώπους που πέθαιναν, να οδηγήσει το ίδιο του το παιδί εκεί απ’ όπου δεν υπήρχε γυρισμός.
Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία του Ερμή, του πιο κατεργάρη θεού που πάτησε το πόδι του στον Όλυμπο και που αγαπήθηκε απ’ όλους τους απλούς ανθρώπους μιας και κείνος ήταν το ίδιο απλός.

http://67.18.47.148/com/index/am/text/ermis.htm

%d bloggers like this: