Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

Διόνυσος: Ο θεός του κρασιού και της χαράς

dionysusbabyhermes-l.jpg

Γονείς του Διονύσου ήταν ο Δίας και η Σεμέλη, η κόρη του βασιλιά της Θήβας, Κάδμου. Ο θεός χάρηκε πάρα πολύ όταν έμαθε πως η αγαπημένη του θα του έκανε ένα παιδί. Αυτό όμως έκανε την Ήρα να θυμώσει. Η ζήλια φούντωσε μέσα της κι έψαξε να βρει τρόπο να κάνει κακό στην κοπέλα.
Ένα βράδυ λοιπόν πήρε την μορφή της υπηρέτριας της Σεμέλης και καθώς της χτένιζε τα μαλλιά της είπε πως δεν θα έπρεπε να είναι και τόσο σίγουρη ότι ο άντρας που αγαπούσε και τον φιλοξενούσε στο παλάτι του πατέρα της, ήταν ο αθάνατος Δίας, μιας και ποτέ δεν της είχε φανερωθεί με την θεϊκή του όψη. Γι΄ αυτό καλό θα ήταν να του ζητούσε να της κάνει αυτή τη χάρη…
– … και μόνο σαν τον δεις αφέντη κι άρχοντα σε χρυσαφένιο άρμα με άλογα όλο φωτιά και περηφάνια δεμένα μ΄ ασημένιες αστραπές και κεραυνούς, τότε περηφανέψου πως μέσα στο παλάτι μας
Αυτό έκανε κι η Σέμελη, χωρίς να μπορεί να μαντέψει τι σήμαινε γι΄ αυτή που ήταν θνητή να ζητήσει να δει ένα θεό με την πραγματική του μορφή. Μάταια ο Δίας προσπάθησε να την κάνει ν΄ αλλάξει γνώμη. Τίποτα… Έτσι λοιπόν ένα βράδυ όπως η αγαπημένη του τον παρακαλούσε, χάθηκε από μπροστά της. Ώσπου να καταλάβει η βασιλοπούλα τι είχε γίνει, ολάκερο το παλάτι άρχισε να τραντάζεται και ξαφνικά φανερώθηκε ο Δίας με το ολόχρυσο άρμα του. Το βασιλικό δωμάτιο γέμισε από κεραυνούς που ξέφευγαν γύρω απ΄ το θεό και η λαμπερή φωτιά που τον στεφάνωνε άρχισε να καίει τα πράγματα που ήσαν εκεί κοντά. Μην αντέχοντας η Σεμέλη να κοιτάει το φωτεινό πρόσωπο του αθανάτου που την τύφλωνε και βλέποντας τη φωτιά να τη ζυγώνει, έπεσε κάτω νεκρή απ΄ το φόβο της. Λυπημένος ο Δίας, έσκυψε και πήρε μέσα απ΄ την κοιλιά της το μωρό που δεν ήταν ακόμη ώρα να γεννηθεί και το έβαλε μέσα στο πόδι του, θέλοντας να το προστατέψει από την κακία την Ήρας. Όταν τελικά γεννήθηκε ο Διόνυσος, ο Ερμής τον πήγε με διαταγή του Δία στην Ινώ, την αδελφή της Σεμέλης, για να το μεγαλώσει. Αυτό το δέχτηκε με μεγάλη αγάπη, αλλά η Ήρα που ήθελε με κάθε τρόπο να εξαφανίσει το παιδί, τρέλανε την Ινώ και τον άντρα της Αθάμα. Τότε ο Δίας έστειλε πάλι τον Ερμή, που πήρε το μωρό και το πήγε σ΄ ένα μακρινό βουνό που λέγονταν Νύσσα και έδωσε στις νύμφες που ζούσαν εκεί να το μεγαλώσουν. Κι έτσι κι έγινε..

Όταν ο Διόνυσος έγινε άντρας, ο πατέρας του του φανέρωσε τον τρόπο καλλιέργειας του σταφυλιού και του έδειξε πως μπορούσε να φτιάξει από αυτό ένα ποτό το ίδιο ωραίο σαν το νέκταρ που έπιναν οι θεοί, το κρασί. Ο Διόνυσος, καλός όπως ήταν, δεν θέλησε να κρατήσει για τον εαυτό του αυτό το χάρισμα κι άρχισε να διδάσκει την καλλιέργεια στους ανθρώπους πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη. Αχώριστη παρέα του στ΄ ατέλειωτα ταξίδια ήταν οι νύμφες που τον είχαν μεγαλώσει, οι Σάτυροι και Σειληνοί, που ήσαν μισοί ζώα και μισοί άνθρωποι στο σώμα, και κάτι άλλες νεράιδες που ο θεός τις είχε ονομάσει Βάκχες και Μαινάδες. Όλη αυτή η παρέα, που ήταν πάντα χαρούμενη μιας και ήταν συνέχεια μεθυσμένη απ΄ το γλυκό κρασί που έπινε, γύρισε σχεδόν όλο τον κόσμο συντροφεύοντας τον.

Φυσικά ο θεός δεν ξέχασε να περάσει κι απ΄ την Αθήνα, όπου δίδαξε την καλλιέργεια στον βασιλιά της Ικάριο, αλλά ξέχασε να του πει πως όποιος έπινε πολύ κρασί μεθούσε και μετά δεν καταλάβαινε τι έκανε. Έτσι ο καλός βασιλιάς μόλις γέμισε τα πρώτα του βαρέλια με κρασί, κέρασε τους υπηρέτες του παλατιού για να τους ευχαριστήσει. Αυτοί όμως μέθυσαν και χωρίς να το θέλουν σκότωσαν τον Ικάριο και τον έθαψαν. Η κόρη του μη θέλοντας να ζήσει χωρίς τον αγαπημένο της πατέρα, σκοτώθηκε κοντά στον τάφο του. Ο Διόνυσος λυπήθηκε πολύ μ΄ όλα αυτά, αλλά δεν μπόρεσε ν΄ αλλάξει της τύχης τα γραμμένα. Αν δεν μπόρεσε όμως εκεί να τα βάλει με τη μοίρα, πέτυχε κάπου αλλού, που ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα. Κατάφερε να πάει τη μητέρα του στον Όλυμπο, αφού την πήρε από τον Άδη καλοπιάνοντας τον Πλούτωνα με μερικές κούπες κρασί.
Μετά απ΄ αυτό αποφάσισε να παντρευτεί, μόλις αντίκρισε την όμορφη κόρη του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα, την Αριάδνη, στις ακτές της Νάξου. Πράγματι έτσι έγινε κι ο Διόνυσος έζησε ευτυχισμένος. Το πώς βρέθηκε βέβαια στη Νάξο είναι μια μεγάλη ιστορία, που είχε κακό τέλος. Κάτι πειρατές που τον είδαν μια μέρα να περπατάει κοντά στη θάλασσα, νόμισαν πως ήταν βασιλόπουλο και τον άρπαξαν για να τον πουλήσουν. Ο τιμονιέρης του καραβιού που κατάλαβε ότι ο νέος δεν ήταν θνητός, προσπάθησε να τους πείσει να τον αφήσουν, μα αυτοί δεν τον άκουσαν και ξεκίνησαν για τη Νάξο. Τότε ο θεός για τους τιμωρήσει έκανε τη θάλασσα γύρω από το καράβι κρασί, τα κατάρτια και τα πανιά τα γέμισε με κλήματα και σταφύλια κι ο ίδιος μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι και χίμηξε στον καπετάνιο. Τρομαγμένοι οι άλλοι ναύτες έπεσαν στη θάλασσα και τελικά γλίτωσε μόνο ο τιμονιέρης, που οδήγησε το θεό στο νησί.

Ο Διόνυσος και η Αριάδνη προτίμησαν να ζήσουν κάτω στη γη και να μην ανεβούν ποτέ στον Όλυμπο. Βέβαια πήγαιναν πότε πότε για καμιά γιορτή, αλλά γρήγορα ξανακατέβαιναν για να βρουν την αγαπημένη τους παρέα. Γι αυτό κι ο Διόνυσος δεν θεωρούνταν ότι ήταν Ολύμπιος θεός και δεν τον έβαζαν μαζί με τους άλλους δώδεκα θεούς. Το ίδιο έκαναν και με το θείο του και αδελφό του Δία, τον Πλούτωνα, τον βασιλιά του Κάτω Κόσμου. Όπως και να έχει το πράγμα, οι άνθρωποι αγαπούσαν τον Διόνυσο και κάθε φορά που έπιναν κρασί, έκαναν και μια ευχή για χάρη του.

%d bloggers like this: