Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

Άρτεμη: Η θεά του κυνηγιού και της φύσης.

artemisbust.jpg

Ήταν η δίδυμη κι αγαπημένη αδελφή του Απόλλωνα . Μόλις μεγάλωσε, ανέβηκε στον Όλυμπο και ζήτησε απ΄ τον πατέρα της τον Δία, να την αφήσει να κατοικεί στα δάση παρέα με τις νύμφες και η μόνη της ασχολία να είναι το κυνήγι. Του είπε πως σπάνια θα κατέβαινε στις πόλεις και πως είχε αποφασίσει να μην παντρευτεί ποτέ. Ο Δίας της έκανε το χατίρι κι η θεά φόρεσε ένα κοντό χιτώνα, που δεν θα την εμπόδιζε όταν θα κυνηγούσε, πήρε το τόξο της και μια φαρέτρα γεμάτη βέλη και άφησε το θεϊκό βουνό. Βέβαια ανέβαινε συχνά στο παλάτι της, αλλά τις πιο πολλές μέρες τις περνούσε στη φύση μαζί με τ΄ αγαπημένα της ελάφια. Η παρέα της ήταν νύμφες και νεράιδες, άλλες του βουνού, άλλες των λιμνών και των ποταμών κι άλλες των δέντρων. Όλες την ακολουθούσαν παντού κι είχαν ορκιστεί μαζί της, να μείνουν κι αυτές αγνές και να μην παντρευτούν ποτέ.
Μια κοπέλα νέα όμως σαν την Άρτεμη, δεν ήταν δυνατόν να μην ερωτευθεί κι αυτή όπως όλες οι κοπέλες τις ηλικίας της, έστω κι αν ήταν θεά. Έτσι ένιωσε την αγάπη να φουντώνει μέσα της, μόλις αντίκρισε τον όμορφο κυνηγό Ωρίωνα. Τον αγάπησε μάλιστα τόσο πολύ, που είχε αρχίσει να σκέφτεται το γάμο, ξεχνώντας την υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα της. Τότε ο Απόλλωνας, για να μην θυμώσει ο Δίας, αποφάσισε να βάλει τέλος σ΄ αυτή την ιστορία και μάλιστα με πονηρία. Έτσι μια μέρα, καθώς η θεά κάθονταν λυπημένη στην όχθη μιας λίμνης, φανερώθηκε μπροστά της κι άρχισε να την πειράζει με διάφορα αστεία για να την κάνει να γελάσει. Όταν είδε πως η αδελφή του συνήλθε λίγο, της πέταξε αυτό που φύλαγε για τελευταίο. Σίγουρος είμαι, αδελφή, πως τόσες μέρες που έχεις να πιάσεις το χρυσό σου τόξο, μιας και μονάχα λυπημένη τριγυρνάς μέσα στα δάση, αν τώρα σου δείξω κάποιο στόχο μακρινό, όσες φορές κι αν προσπαθήσεις, τόσες θα σου ξεφύγει…
Θύμωσε η Άρτεμη μόλις τον άκουσε να μιλά έτσι για τις ικανότητες της. Αμέσως σηκώθηκε όρθια παίρνοντας το τόξο της και βγάζοντας ένα βέλος απ΄ τη φαρέτρα της ετοιμάστηκε να στοχέψει.
– Εμπρός λοιπό, του είπε, τι κάθεσαι και με κοιτάς; Δείξε μου μέρος να χτυπήσω κι όσο μακριά κι αν είναι, θα το πετύχω με τούτο δω το βέλος, χωρίς να χρειαστεί να ρίξω δεύτερη φορά.
Ευχαριστημένος ο Απόλλωνας που είχε πετύχει το σκοπό του, της έδειξε ένα μικρό μαύρο σημαδάκι που ήταν στο άλλο μέρος της λίμνης. Η Άρτεμη χωρίς να περιμένει τέντωσε το πρώτο βέλος πέτυχε τον μακρινό εκείνο στόχο. Αμέσως όμως ένιωσε ένα ράγισμα στην καρδιά της κι ένας πόνος απλώθηκε μέσα της. Σαν θεά που ήταν κατάλαβε πως εκείνο το σημαδάκι που χτυπημένο βούλιαζε στα βαθιά νερά της λίμνης, ήταν το κεφάλι του αγαπημένου της Ωρίωνα που κολύμπαγε. Δυστυχισμένη γύρισε τα μάτια της στον αδελφό της, σα να τον ρώταγε «γιατί;». Μα ο Απόλλωνας είχε κιόλας εξαφανιστεί και μόνο η φωνή του πλανιόταν γύρω της λέγοντας…
-…Συγχώρα με αδελφή, μα έτσι έπρεπε να γίνει. Πρέπει να ξέρεις πως σαν ένας θεός δίνει τον όρκο του για κάτι, πρέπει αιώνια να τον κρατάει.. κι εσύ ξέχασες, τον δικό σου, όταν αντίκρισες τον όμορφο Ωρίωνα… μα ο Δίας είναι μεγαλόψυχος γι΄ αυτό σε συγχωράει…
Η Άρτεμη κατάλαβε το σφάλμα της και σε λίγο καιρό έτρεχε ξένοιαστη από κι από κει με την αχώριστη συντροφιά τη, έχοντας ξεχάσει.
Γρήγορα όμως έγινε αιτία να πεθάνει ένας ακόμα νέος, ο Ακταίωνας. Αυτός είχε μάθει την τέχνη του κυνηγιού από ένα σοφό κένταυρο, τον Χείρωνα και σχεδόν όλη τη μέρα τριγύριζε στα δάση. Μια μέρα λοιπόν όμως όπως περπατούσε, μπήκε σε μία σπηλιά, χωρίς να ξέρει πως ήταν της Άρτεμης. Στη σπηλιά αυτή υπήρχε μια λιμνούλα και η θεά πήγαινε συχνά εκεί για να λουστεί. Για κακή του τύχη εκείνη τη μέρα ακριβώς η Άρτεμη έκανε μπάνιο με τις φίλες της. Θαμπωμένος ο Ακταίωνας στάθηκε και την κοίταγε, μέχρι που τον είδανε οι νύμφες και βάλανε τρομαγμένες τις φωνές. Θυμωμένη τότε αυτή γύρισε κατά το μέρος του.
– Τι έκανες άμυαλε; του φώναξε… Ξέχασες τον αιώνιο νόμο του παντοδύναμου Κρόνου, πως όποιος θνητός δει με τα μάτια του αθάνατο θεό, χωρίς ετούτος να το θέλει, το πληρώνει ακριβά; Φύγε γρήγορα κι η τιμωρία σου να σ΄ έβρει δεν θ΄ αργήσει…
Έφυγε τρέχοντας ο νέος και μόνο σαν βρέθηκε πολύ μακριά σταμάτησε. Ξαφνικά ένιωσε το σώμα του ν΄ αλλάζει. Η θεά για να τον τιμωρήσει τον είχε μεταμορφώσει σε ελάφι. Δυστυχισμένος ο Ακταίωνας άρχισε να κλαίει. Στο μεταξύ τα σκυλιά του που ψάχνανε να τον βρουν, ήρθαν κοντά και μη μπορώντας να μαντέψουν πως ο αφέντης τους ήταν το ελάφι που έβλεπαν, έπεσαν πάνω του και τον σκότωσαν. Έτσι τιμωρήθηκε σκληρά η ασέβεια του νεαρού κυνηγού.
Αλλά κι άλλες φορές η Άρτεμη είχε φερθεί με αυστηρότητα σε ανθρώπους που δεν την είχαν σεβαστεί. Στάθηκε πάντα όμως μια άξια φίλη των ανθρώπων, προστατεύοντας τους κυνηγούς και τιμώντας με τη συντροφιά της εκείνους που τη αγαπούσαν ιδιαίτερα.
Κάπως έτσι λοιπόν έγινε με τον γιο του βασιλιά της Αθήνας, Θησέα, τον Ιππόλυτο.
Αυτός αγαπούσε τόσο πολύ τη θεά, που της είχε αφιερωθεί κι είχε ορκιστεί να μείνει για πάντα αγνός. Ο Ιππόλυτος ήταν ο μόνος θνητός που έκανε παρέα η Άρτεμη. Ώρες ολόκληρες γύριζαν μέσα στα δάση και κυνηγούσαν μαζί. Ο νέος ήταν καλός κυνηγός και κανείς δεν ήξερε να ιππεύει τα άλογα όπως αυτός. Τούτο το χάρισμα το είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του την Αντιόπη, που πριν παντρευτεί τον πατέρα του ήταν η βασίλισσα των Αμαζόνων. Οι Αμαζόνες ήταν γυναίκες που ήξεραν καλά την τέχνη του πολέμου, ήξεραν να δαμάζουν αλόγα και ζούσαν πάντα σε στρατόπεδα κάνοντας σκληρή ζωή. Η τύχη όμως έπαιξε τελικά άσχημο παιχνίδι στον αγαπημένο φίλο της θεάς. Ο Θησέας, επειδή η Αντιόπη είχε σκοτωθεί σ΄ ένα πόλεμο, είχε ξαναπαντρευτεί με την κόρη του βασιλιά της Κρήτης, Μίνωα, την Φαίδρα που αγαπούσε κρυφά τον Ιππόλυτο. Επειδή όμως αυτός δεν ήθελε την αγάπη της μητριάς του, τον κατηγόρησε στον πατέρα του. Τότε ο Θησέας τον έδιωξε και τον καταράστηκε να πεθάνει στο δρόμο του ταξιδιού του. Κι έτσι κι έγινε. Απελπισμένη η Φαίδρα και καταλαβαίνοντας τι είχε κάνει, αυτοκτόνησε. Λυπημένη η θέα, έθαψε τον Ιππόλυτο κι εξήγησε στον βασιλιά πως η γυναίκα του είχε κατηγορήσει άδικα το νέο. Μετανιωμένος ο Θησέας έχτισε ένα ναό για το γιο του για να μείνει στη μνήμη των ανθρώπων ο άδικος χαμός του.
Αυτή την λοιπόν η ιστορία της Άρτεμης, της θεάς του κυνηγιού, της αγνότητας και της φύσης. Της θεάς που αγαπήθηκε πού απ΄ όλους τους νέους, γιατί συμβόλιζε τα νιάτα και τη γεμάτη υγεία και ειλικρίνεια ζωή. Καλή όταν έπρεπε και αυστηρή εκεί που δεν σήκωνε συγχώρεση, έμεινε για πάντα μέσα στη καρδιά των ανθρώπων, όπως κι όλοι οι άλλοι θεοί που έμεναν στον Όλυμπο και νοιάζονταν για τη γη

%d bloggers like this: