Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

Απόλλωνας : Ο θεός της μαντικής και της μουσικής

apollorome.jpg

Ο Απόλλωνας ήταν γιος του Δία και της Λητώς. Γεννήθηκε σ΄ ένα μακρινό νησάκι μέσα στο πέλαγο, που το πρόσφερε σαν καταφύγιο ο Ποσειδώνας στη μητέρα του. Η Λητώ κατατρεγμένη από την Ήρα που δεν την άφηνε να στεριώσει σ΄ ένα μέρος, δέχτηκε τη βοήθεια του μ΄ ευτυχία. Έτσι γέννησε τον Απόλλωνα και την δίδυμη αδελφή του, την Άρτεμη, στη Δήλο, που στάθηκε πάντα το αγαπημένο νησί του γιου της.
Αμέσως μόλις γεννήθηκε ο μικρός, ο Δίας πήγε κοντά του και του έκανε το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να κάνει ο βασιλιάς θεός σ΄ ένα άλλο αθάνατο, την ικανότητα να μπορεί να μαντεύει το μέλλον. Αυτό το χάρισμα που το είχε μόνο ο Δίας, το απόχτησε έτσι κι ο Απόλλωνας και μ΄ αυτό βοήθησε πολλούς ανθρώπους, μαντεύοντας τους τι θα γινόταν κι από πού θα έπρεπε να φυλαχτούν.
Μωρό λίγων βδομάδων ακόμα, πήρε σαν δώρο απ΄ τον Ήφαιστο ένα τόξο και μια φαρέτρα με χρυσά βέλη κι αποφάσισε να εκδικηθεί ένα φίδι, τον Πύθωνα, που με διαταγή της Ήρας κυνηγούσε τη μητέρα του, όταν ήταν έγκυος. Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ για να το βρει. Από το μέρος των πλαγιών του Παρνασσού ακούγονταν καθαρά οι φωνές των δυστυχισμένων ανθρώπων που βασάνιζε το τέρας με τις καταστροφές που έκανε. Μια και δυο λοιπόν πήγε κατά κει και μ΄ ένα μόνο βέλος κατάφερε να σκοτώσει τον Πύθωνα και να πάρει την εκδίκησή του. Μ΄ αυτό όμως που είχε κάνει, όσο κι αν είχε σώσει ένα τόπο απ΄ τη δυστυχία, είχε γίνει φονιάς κι έπρεπε να πάει κάπου, μακριά απ΄ τους ανθρώπους και τους θεούς ώσπου να καθαριστεί απ΄ το αίμα του Πύθωνα και να συγχωρεθεί η αμαρτία του. Πήγε λοιπό στα Τέμπη και κάθισε μερικά χρόνια.
Όταν τελείωσε ο χρόνος που έπρεπε να μείνει εκεί, γύρισε πίσω στον Όλυμπο, όπου έγινε καλοδεχούμενος κι όλοι του έδειξαν την αγάπη τους. Βράδια ολόκληρα κάθονταν γύρω του και τον άκουγαν να παίζει τη λύρα που του είχε χαρίσει το σκανταλιάρικο παιδί του Ολύμπου ο Ερμής. Και σε λίγο ήρθε κι η αγάπη στην καρδιά του θεού, που μόλις αντίκρισε την μεγάλη αδελφή του Δία, την Εστία, την αγάπησε τόσο πολύ, που τη ζήτησε σε γάμο. Η Εστία όμως αρνήθηκε κι ορκίστηκε πως δεν θα παντρευόταν ποτέ. Κι έτσι και έγινε..
Γρήγορα ο Απόλλωνας ξέχασε τη λύπη του και μία άλλη γυναίκα, νύμφη αυτή τη φορά, κέρδισε το ενδιαφέρον του. Ήταν η Δάφνη, γνωστή για την ομορφιά της αλλά για την μεγάλη της αγάπη που είχε στους γονείς της, τον ποταμό Λάδωνα και τη Γη και που για να μην αναγκαστεί ποτέ να τους αφήσει, είχε πει πως ποτέ δεν θα παντρευόταν. Μάταιο ο θεός προσπάθησε να την κάνει να τον αγαπήσει και να τον ακολουθήσει στον Όλυμπο. Η Δάφνη πάντα αρνιόταν. Μία μέρα απελπισμένος πια ο Απόλλωνας, μη ξέροντας τι άλλο να κάνει, πήγε να την πάρει με το ζόρι. Τότε η νύμφη τρόμαξε και το έβαλε στα πόδια. Πιο γρήγορος ο θεός την έφτασε, αλλά εκεί που ήταν έτοιμος να την πιάσει, η Δάφνη ζήτησε τη βοήθεια της μητέρας της κι αυτή τη μεταμόρφωσε σ΄ ένα μικρό μυρωδάτο δεντράκι, που πήρε το όνομα της. Λυπημένος ο Απόλλωνας που για άλλη μια φορά είχε σταθεί άτυχος, έκοψε ένα κλωνάρι, το έβαλε στα μαλλιά του κι έφυγε.
Κι άλλη μια φορά τα πράγματα δεν πήγαν καλά για το θεό. Ο δυνατός βασιλιάς τη Αιτωλίας, ο Εύηνος, που φημίζονταν για τη στρατιωτική του τέχνη, είχε βάλει όρο πως όποιος ήθελε να παντρευτεί την κόρη του, Μάρπησσα, έπρεπε πρώτα να μονομαχήσει μαζί του μέχρι το θάνατο. Φυσικά πάντα νίκαγε αυτός. Την Μάρπησσα λοιπόν αγάπησε ο Απόλλωνας, αλλά βρέθηκε μπροστά του εμπόδιο ένας ατρόμητος πολεμιστής, ο γιος του βασιλιά της Μεσσηνίας, ο Ίδας. Αυτός έχοντας σίγουρο πως θα σκότωνε στη μονομαχία τον πατέρα της αγαπημένης του, προτίμησε να την κλέψει και να φύγουν μακριά.
Πράγματι τα κατάφεραν, μα στο δρόμο πιο κάτω τους περίμενε ο Απόλλωνας, που άρχισε να παλεύει με τον Ίδα για το ποιος θα έπαιρνε την κοπέλα. Τότε παρουσιάστηκε μπροστά τους ο Δίας και ζήτησε από τη Μάρπησσα να διαλέξει τον άντρα που ήθελε να παντρευτεί.
– Δεν είναι δύσκολη η εκλογή που μου ζητάς σοφέ μου Δία, μιας κι ο χρυσόμαλλος Απόλλωνας είναι θεός αθάνατος κι εγώ μονάχα μια θνητή, που με το πέρασμα του χρόνου θ΄ αφήσω γεια στα νιάτα και στην ομορφιά …
Αμέσως κατάλαβαν όλοι τι ήθελε να πει η γνωστική Μάρπησσα. Αυτή ήταν μια θνητή που γρήγορα θα γέρναγε και θα ρυτίδωνε και τότε ο θεός, που σαν αθάνατος που ήταν, θα έμενε πάντα νέος, δεν την αγαπούσε και θα την εγκατέλειπε. Ενώ αν παντρευόταν τον Ίδα, θα γνώριζε τη χαρά να γεράσει μαζί του ήσυχα κι αγαπημένα.
Αν και στάθηκε άτυχος ο θεός μ΄ αυτές τις κοπέλες, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν κι άλλες που τον αγάπησαν κι έκαναν μαζί του πολλά παιδιά, που απ΄ αυτά πιο γνωστό ήταν ο Ορφέας, που όταν έπαιζε τη λύρα του όλα μαγεύονταν κι ο μεγαλύτερος γιατρός του κόσμου, ο Ασκληπιός. Αυτός είχε μια τρομερή δύναμη να γιατρεύει τους αρρώστους και μάλιστα φορές – φορές κατάφερνε ν΄ ανασταίνει μερικούς που είχαν πεθάνει. Θυμωμένος ο Πλούτωνας παραπονέθηκε στον Δία, που μην ξέροντας τίποτα απ΄ όλα αυτά, εξαγριώθηκε τόσο πολύ που σκότωσε τον Ασκληπιό μ΄ ένα κεραυνό του. Ο Απόλλωνας καταλυπημένος απ΄ τον θάνατο του γιου, για να εκδικηθεί τους Κύκλωπες που είχαν κάνει κάποτε δώρο στον Δία τους κεραυνούς, σκότωσε τα παιδιά τους. Τότε ο πατέρας του για να τον τιμωρήσει τον έστειλε να γίνει υπηρέτης στον βασιλιά Άδμητο. Εκεί ο θεός φύλαγε τα κοπάδια του βασιλιά και τα έκανε να πληθύνουν κι αυτά και τα άλλα αγαθά της χώρας, γιατί είχε συμπαθήσει τον Άδμητο για τον καλό του χαρακτήρα. Γι΄ αυτό και τον βοήθησε σ΄ ένα δύσκολο κατόρθωμα.
Ο Άδμητος ήθελε να παντρευτεί την Άλκηστη, την κόρη του Πελία, που έλεγε πως την έπαιρνε όποιος κατόρθωνε να ζέψει στο ίδιο άρμα ένα λιοντάρι κι ένα αγριογούρουνο. Με τη βοήθεια του θεού τα κατάφερε κι έτσι παντρεύτηκε την αγαπημένη του κι έζησε ευτυχισμένος μαζί της μέχρι τα βαθιά του γεράματα, οπότε ήρθε η ώρα να πεθάνει. Όμως ο Απόλλωνας το ΄χε αυτό προβλέψει για τον καλό βασιλιά. Είχε καταφέρει τις Μοίρες να ορίσουν πως ο Άδμητος δεν θα πέθαινε αν κάποιος που τον αγαπούσε δέχονταν να κατέβει στη θέση του, στον Άδη. Έτσι κατέβηκε η γυναίκα του κι ο βασιλιάς έζησε κι άλλο. Αργότερα ένα ήρωας, ο Ηρακλής, την ξανάφερε πίσω.
Αν όμως ο Απόλλωνας είχε καταφέρει να σώσε τούτο τον φίλο του, τον Υάκινθο που τον αγαπούσε πιο πολύ από κάθε τι άλλο, δεν μπόρεσε να τον ξαναφέρει στη ζωή. Ο θεός κι ο Υάκινθος ήσαν οι καλύτεροι κι οι πιο αχώριστοι φίλοι. Σχεδόν κάθε μέρα συναντιόντουσαν κι έπαιζαν τ΄ αγαπημένο τους παιχνίδι, τον δίσκο. Μία μέρα ο Ζέφυρος, ένα απαλό αεράκι που είχε ζηλέψει τη φίλια των δυο αγοριών, φύσηξε λίγο πιο δυνατά κι ο δίσκος του Απόλλωνα άλλαξε γραμμή και χτύπησε τον Υάκινθο στο κεφάλι. Αμέσως ο νέος έπεσε νεκρός στο χώμα κι απ΄ το αίμα που έτρεξε απ΄ το μέτωπό του φύτρωσαν στη γη κάτι όμορφα μικρά λουλουδάκια που ονομάστηκαν Υάκινθοι.
Λυπημένος ο θεός ξεμάκρυνε απ΄ τον φίλο του και η μορφή του χάθηκε περπατώντας μέσα στο δάσος.
Λες και κάποια κακιά μοίρα να τον κυνηγούσε. Πότε δεν είχε καταφέρει να κρατήσει κοντά του ένα αγαπημένο πρόσωπο κι όχι μόνο αυτό, αλλά τις πιο πολλές φορές αυτά τα πρόσωπα πάθαιναν κακό. Μ΄ αυτές τις σκέψεις έφτασε χωρίς να το καταλάβει στον Όλυμπο, πήρε τη λύρα του κι άρχισε να παίζει για ν΄ αλαφρώσει τον καημό του…

apollo_tityos.jpg

Ο Απόλλων σκοτώνει το Τιτάνα Τιτυό, ο οποίος επιτέθηκε
στην μητέρα του Λητώ, ενώ η μητέρα του Γη προσπαθεί μάταια
να τον προστατεύσει, αττικό ερυθρό κύπελλο 460 π.Χ.”

%d bloggers like this: