Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

Ποσειδώνας : Ο θεός της θάλασσας.

lysip_poseidon.jpg

Ο Ποσειδώνας ήταν γιος του Κρόνου και της Ρέας. Όταν έγινε η μοιρασιά του κόσμου ανάμεσα στα τρία μεγαλύτερα αδέλφια, δηλαδή τον Δία, τον Πλούτωνα και τον Ποσειδώνα, σ’ αυτόν έτυχε το βασίλειο της θάλασσας κι όλων των νερών της γης.
Στο πιο ωραίο μέρος του βυθού είχε κτίσει το παλάτι του, με τοίχους από όστρακα και κοχύλια που έλαμπαν με διάφορα χρώματα. Η ομορφιά τούτου του παλατιού μπορούσε να συγκριθεί μόνο με κείνο του Δία στον Όλυμπο. Αλλά κι εκεί είχε ένα παλάτι ο Ποσειδώνας κι ανέβαινε συχνά, πότε για καμία γιορτή, πότε γιατί είχε πεθυμήσει τον γαλάζιο ουρανό και πότε απλά για να ξεκουραστεί.
Στα χέρια του κράταγε πάντα μια τρίαινα και μ’ αυτή χτύπαγε τη θάλασσα όταν ήταν θυμωμένος και σήκωνε κάτι πελώρια κύματα σα βουνά, που βούλιαζαν όποιο καράβι τύχαινε στο δρόμο τους. Αν κι αυτό γινόταν αρκετά συχνά, δεν έκρυβε κακία μέσα του και το απέδειξε πολλές φορές παραστέκοντας όσους ζήτησαν την βοήθειά του. Έτσι βοήθησε τη Λητώ, τη μητέρα των δυο δίδυμων θεών, του Απόλλωνα και της Άρτεμης, να βρει ένα μακρινό μέρος να γεννήσει, τότε που την κυνήγαγε η Ήρα τυφλωμένη απ’ τη ζήλια της. Και άλλη μια φορά είχε βοηθήσει μια άλλη αγαπημένη του αδερφού του, την Ιώ, την όμορφη βασιλοπούλα του Άργους. Ο Δίας για να γλιτώσει την κοπέλα από την μανία της Ήρας, την μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Η βασίλισσα όμως των θεών, που τίποτα δεν μπορούσε να την ξεγελάσει, κατάλαβε τι είχε γίνει κι αφού πήρε την αγελάδα έβαλε ένα φοβερό γίγαντα να την φυλάει. Ο Δίας τότε έστειλε τον Ερμή να κλέψει την Ιώ. Γρήγορα όμως η θεά κατάλαβε την κλεψιά και έφτιαξε μια τεράστια αλογόμυγα που άρχισε να κυνηγάει παντού τη δυστυχισμένη αγελάδα. Τότε ο Ποσειδώνας την βοήθησε να περάσει μέσα από την θάλασσα και να φτάσει μετά από πολλές περιπέτειες στην Αίγυπτο. Εκεί την περίμενε ο Δίας που της ξανάδωσε την πρωτινή της μορφή.
Όσο κι αν είναι πολλές οι φορές που στάθηκε στο πλευρό του αδελφού του και πάντα τον υπάκουγε, υπήρξε και μια περίπτωση όπου μαζί με τους άλλους θεούς, όπως η Ήρα, ο Απόλλωνας κι η Αθηνά, στράφηκε εναντίον του με σκοπό να τον ρίξει απ’ το θρόνο. Βέβαια ο Δίας νίκησε και για να τιμωρήσει αυτόν και τον Απόλλωνα, τους έστειλε να γίνουν για μερικά χρόνια υπηρέτες του βασιλιά της Τροίας, τον Λαομέδοντα. Εκεί ο Απόλλωνας βοσκούσε τα κοπάδια του άρχοντα και ο Ποσειδώνας έχτισε τα τείχη της πόλης με τόση τέχνη που έγινε άπαρτη. Μόλις τελείωσε ο χρόνος που έπρεπα να μείνουν στην Τροία και ζήτησαν την πληρωμή τους, ο Λαομέδοντας αρνήθηκε να τους τη δώσει κι οι δύο θεοί τιμώρησαν ο καθένας με τον δικό του τρόπο την πόλη.
Αφού τελείωσε λοιπόν η τιμωρία γύρισε στο θαλασσινό του παλάτι και ξανάρχισε τη κανονική του ζωή. Κάθε μέρα έζευε τα περήφανα κάτασπρα άλογά του σ’ ένα χρυσό άρμα κι έβγαινε να κάνει την συνηθισμένη του βόλτα πάνω στα κύματα. Μια μέρα όπως πέρναγε μπροστά από ένα νησί, είδε κάτι κόρες να χορεύουν και να παίζουν. Στάθηκε λίγο να τις δει και τότε πρόσεξε πως ανάμεσά τους βρίσκονταν μια κοπέλα τόσο όμορφη, που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί. Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω της και του ήταν αδύνατο να ξεμακρύνει από κει. Αμέσως οδήγησε το άρμα του κοντά στο νησί και βγήκε στην ακτή. Τρόμαξαν οι νέες σαν τον είδαν , μα μόλις τους είπε ποιος ήταν, κάθισαν να τον ακούσουν, να δουν τι ήθελε απ’ αυτές. Τότε ο θεός πλησίασε την ωραία κοπέλα και της είπε…
– Σε χαιρετώ όμορφη κόρη και αναλογίζομαι ποια θεία μοίρα μ’ έφερε μπροστά σου… Χωρίς να ξέρω καν ποια είσαι τούτο το λόγο θα σου πω…
Πες μου ποιος είναι ο πατέρας και αφέντης σου, να πάω να σε ζητήσω, σαν θες και συ γυναίκα μου να γίνεις, βασίλισσα στο πλάι μου τη θάλασσα να διαφεντεύεις. Σκάψου καλά πριν απαντήσεις, μιας κι ένας θρόνος σε προσμένει αντάξιο της Ήρας, μέσα σ’ ολόχρυσο παλάτι κοχυλένιο…
– Του σεβαστού Νηρέα, είμαι κόρη, που μάντης σαν κι αυτόν στον κόσμο δεν υπάρχει. Πενήντα κόρες είμαστε, καθώς το βλέπεις, οι Νηρηίδες κι εμένα τ’ όνομά μου είναι Αμφιτρίτη, η πιο αγαπημένη κόρη του Νηρέα, που όρκο έχω κάνει, ποτέ μη φύγω από κοντά του, ποτέ μη παντρευτώ, όλα τα πλούτη κι αν στα πόδια μου απλώσουν.
Ο Ποσειδώνας μην αντέχοντας στη σκέψη ότι θα την έχανε, προσπάθησε να την πάρει με το ζόρι στο παλάτι του και να την παντρευτεί. Όμως αυτή κατάφερε να του ξεφύγει κα κρύφτηκε στην άκρη του κόσμου.
Απελπισμένος ο άρχοντας της θάλασσας την έψαχνε. Τίποτα… Ώσπου μια μέρα ήρθε και στάθηκε μπροστά του ένα μικρό δελφίνι που του είπε παιχνιδιάρικα…
– Ξανθά μαλλιά ζητάς και μάτια σαν τη θάλασσα γαλάζια… ‘το που γυρεύεις ‘γω στο βρήκα στην άκρια του κόσμου, οπ’ ούτε ο ήλιος δεν την φτάνει…κι αν θέλεις να βεβαιωθείς, για μακρινό ταξίδι με ‘μένα οδηγό σου ετοιμάσου…
Πράγματι ο Ποσειδώνας ετοιμάστηκε κι ακολούθησε το δελφίνι, που τον οδήγησε μέσα από μακρινές θάλασσες μερόνυχτα ολόκληρα, ώσπου στο τέλος βρέθηκαν στην άλλη άκρη του κόσμου, όπου υπήρχε μια σκοτεινή σπηλιά. Εκεί μέσα βρισκόταν η Αμφιτρίτη, που μόλις τον είδε προσπάθησε να ξαναφύγει. Πιο γρήγορος αυτή τη φορά ο θεός την άρπαξε, την πήγε στο βασίλειο του και την έκανε γυναίκα του. Τα χρόνια του γάμου π’ ακολούθησαν ήταν ευτυχισμένα και για τους δυο. Το θεϊκό ζευγάρι έκανε δυο παιδιά, ένα αγόρι και δυο κορίτσια.
Μα όσο κι αν αγαπούσε τη γυναίκα του ο θεός, υπήρξαν κι άλλες γυναίκες που τον έκαναν να ενδιαφερθεί γι’ αυτές κι έκαμε μαζί τους διάφορα παιδιά, που αλίμονο περισσότερο έμοιαζαν με τέρατα παρά μ’ ανθρώπινα πλάσματα, ήταν κακά κι έκαναν πολλούς ανθρώπους δυστυχισμένους. Τέτοια ήταν ο Ανταίος, ο Άμυκος, ο Βούσιρις, ο Πολύφημος και άλλα. Η Αμφιτρίτη αν και στεναχωριόταν μ’ όλα αυτά τα καμώματα του άντρα της, ποτέ δεν τον ενόχλησε με ζήλιες. Μόνο μια φορά τιμώρησε μια απ’ αυτές τις γυναίκες, τη Σκύλλα, μια όμορφη νύμφη που τη μεταμόρφωσε σ’ ένα άσχημο τέρας.
Σαν τόσο δυνατός θεός που ήταν ο Ποσειδώνας, ήθελε να ‘χει κι αυτός μια πόλη δικιά του, μια πόλη που να την προστατεύει, όπως είχε η Αθηνά την Αθήνα ή η Ήρα το Άργος. Έτσι γύρισε διάφορες πόλεις και στο τέλος κατέληξε στην Κόρινθο που την μοιράστηκε με τον θεό Ήλιο. Ο Ήλιος πήρε την Ακροκόρινθο κι αυτός το μέρος της πόλης που είχε τον Ισθμό. Οι Κορίνθιοι αγαπούσαν πολύ τον θεό προστάτη τους κι έκαναν πολλές γιορτές για να τον τιμήσουν ή για να τον κάνουν να μερώσει τα πέλαγα όταν ήθελαν να ταξιδέψουν.
Αλλά κι όλοι οι ναυτικοί, σ’ όλα τα μέρη του κόσμου, έκαναν θυσίες πριν ξεκινήσουν για ταξίδι, γιατί αλίμονο και πετύχαιναν το μεγάλο θεό στις κακές του… τότε τίποτα δεν έσωζε τα γοργοτάξιδα καράβια τους απ’ την καταστροφή…

%d bloggers like this: