Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

Τρωικός πόλεμος, μέρος 5ο

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΚΛΟΥ

Ο Πάτροκλος ζητά από τον Αχιλλέα να του δώσει τα όπλα του και τους Μυρμιδόνες για να πολεμήσει. Ο Αχιλλέας συμφωνεί, του ζητά όμως να γυρίσει πίσω αμέσως, μόλις διώξει τους Τρώες από τα καράβια των Αχαιών και τους τρέψει σε φυγή. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να προχωρήσει μέχρι την Τροία.

Την ώρα που ο Αχιλλέας συμβουλεύει τον Πάτροκλο, καταστρέφει ο Έκτορας το κοντάρι του Αίαντα και βάζουν φωτιά οι Τρώες στο πλοίο του Πρωτεσίλαου. Το βλέπει αυτό ο Αχιλλέας και λέει στον Πάτροκλο να βιαστεί. Μαζεύονται γρήγορα οι Μυρμιδόνες και με αρχηγό τον Πάτροκλο πέφτουν στη μάχη. Μόλις τον βλέπουν οι Τρώες, νομίζουν ότι είναι ο Αχιλλέας και πανικοβλημένοι τρέπονται σε φυγή. Τότε εκείνος πέφτει πάνω στους Λυκίους και σκοτώνει πολλούς από αυτούς.

Ο Σαρπηδόνας, για να υπερασπιστεί τους συντρόφους του, κατεβαίνει από το άρμα του και κατευθύνεται προς τον Πάτροκλο για να μονομαχήσουν. Ο Δίας σκέφτεται για μια στιγμή να σώσει το γιο του, η Ήρα όμως του συνιστά να μη δοκιμάσει να αλλάξει τα γραφτά της μοίρας, δημιουργώντας κακό προηγούμενο.

Ο Σαρπηδόνας σκοτώνεται και γίνεται άγρια μάχη γύρω από το πτώμα του. Οι Αχαιοί καταφέρνουν τελικά να του πάρουν τα όπλα, το κορμί του όμως το παίρνει ο Απόλλωνας, το πλένει και το περιποιείται, για να το μεταφέρουν στη συνέχεια ο Ύπνος και ο Θάνατος στη Λυκία. Ο Πάτροκλος, έχοντας ξεχάσει τις συμβουλές του Αχιλλέα, φτάνει ατρόμητος μέχρι τα τείχη της Τροίας σκοτώνοντας αναρίθμητους Τρώες. Τρεις φορές θα πέσει ο Πάτροκλος στις τάξεις των Τρώων και θα σκοτώσει από εννιά την κάθε φορά. Η ώρα του θανάτου του όμως έχει σημάνει πια. Από πίσω τον χτυπά ο Απόλλωνας δυνατά στις πλάτες και του πέφτουν τα όπλα. Ζαλισμένος καθώς είναι από το θεϊκό χτύπημα, τον χτυπά ο Εύφοβος με το κοντάρι του και αμέσως αποσύρεται. Το τελειωτικό χτύπημα το δέχεται ο Πάτροκλος από τον Έκτορα και πεθαίνει.

Φοβερές συγκρούσεις γίνονται τώρα γύρω από το νεκρό Πάτροκλο. Ο Έκτορας καταφέρνει να πάρει τα όπλα του Αχιλλέα και να τα χρησιμοποιήσει στη μάχη. Δεν μπορεί όμως να σύρει προς το μέρος του το νεκρό κορμί, καθώς το υπερασπίζονται μεταξύ άλλων ο Αίας και ο Μενέλαος. Στο πλευρό των Αχαιών βρίσκεται και η Αθηνά, ενώ ο Δίας σκεπάζει με σκοτάδι το χώρο γύρω από το νεκρό. Ο Αίας παρακαλεί τότε το Δία να απομακρύνει το σκοτάδι για να βλέπουν τι γίνεται. Και πραγματικά το σκοτάδι σηκώνεται, για να μπορέσουν επιτέλους ο Μενέλαος και ο Μηριόνης να σηκώσουν τον Πάτροκλο, να τον φορτωθούν και να κατευθυνθούν προς το στρατόπεδο, ενώ οι δύο Αίαντες τους καλύπτουν στην υποχώρηση. Στο μεταξύ ο Αντίλοχος πηγαίνει να πει τις άσχημες ειδήσεις στον Αχιλλέα.

Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΞΑΝΑΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΗ ΜΑΧΗ

Η υποχώρηση όμως γίνεται από δύσκολη ως αδύνατη, καθώς ο Έκτορας, ο Αινείας και πολλοί Τρώες τους κυνηγούν. Μολις μαθαίνει ο Αχιλλέας από τον Αντίλοχο τα κακά μαντάτα, ξεσπά σε θρήνο και κλάματα. Έρχεται η μητέρα του με όλες τις Νηρηίδες να μάθει τι έγινε. Ο ήρωας της μιλά για το θάνατο του Πάτροκλου και της δηλώνει πως θα σκοτώσει τον Έκτορα, ακόμα και αν αυτό σημαίνει πως πρέπει και ο ίδιος να πεθάνει.

Η Θέτιδα αναλαμβάνει να ανέβει στον Όλυμπο, για να του φέρει καινούρια όπλα. Την ίδια στιγμή ο νεκρός Πάτροκλος κινδυνεύει να πέσει σε εχθρικά χέρια. Τότε η Ήρα στέλνει την Ίριδα κρυφά από τον Δία να ειδοποιήσει τον Αχιλλέα, που από μακριά βγάζει άγρια φωνή μαζί με την Αθηνά. Οι Τρώες πανικοβάλλονται και υποχωρούν, ενώ οι Αχαιοί μεταφέρουν το νεκρό στη σκηνή του Αχιλλέα.

Γίνεται συνέλευση των Τρώων, όπου ο Έκτορας επιμένει να μείνουν στον κάμπο, παρά την αντίθετη γνώμη του Πολυδάμαντα. Στη σκηνή του Αχιλλέα οι θρήνοι και τα μοιρολόγια θα συνεχιστούν όλη τη νύχτα. Στο μεταξύ η Θέτιδα επισκέπτεται τον Ήφαιστο, που της ετοιμάζει τα όπλα όσο πιο γρήγορα μπορεί.

Η Θέτιδα φέρνει στον Αχιλλέα τα καινούρια του όπλα. Γίνεται συνέλευση των Αχαιών, όπου συμφιλιώνεται ο Αχιλλέας με τον αρχιστράτηγο, που προσφέρει στον Αχιλλέα όσα δώρα είχε υποσχεθεί. Ο Αχιλλέας δε δείχνει να ενδιαφέρεται τόσο για δώρα όσο για την επανάληψη των εχθροπραξιών. Ο Οδυσσέας ωστόσο του αντιγυρίζει πως οι πολεμιστές πρέπει να φάνε και να πιούνε, για να μπορέσουν να αγωνιστούν καλά. Ο Αγαμέμνονας δίνει τα δώρα στον Αχιλλέα μαζί με τη Βρισηίδα και ορκίζεται επίσημα πως δεν την έχει ακουμπήσει.

Ο Αχιλλέας επιστρέφει στη σκηνή του, όπου θρηνεί απαρηγόρητος για το χαμό του Πάτροκλου. Μαζί του είναι και άλλοι Αχαιοί βασιλιάδες, που προσπαθούν να τον πείσουν να φάει κάτι. Εκείνος αρνιέται, όμως η Ίριδα σταλμένη από τον Δία του ρίχνει στο στήθος αμβροσία και νέκταρ για να στυλωθεί. Σε λίγο ο Αχιλλέας αρχίζει να ετοιμάζεται για τη μάχη.

Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

Ο Δίας συγκεντρώνει όλους τους θεούς και τους ανακοινώνει ότι μπορούν ελεύθερα πια να παρεμβαίνουν στον πόλεμο. Έτσι πηγαίνουν στην Τροία οι προστάτες των Αχαιών, η Ήρα, η Αθηνά, ο Ποσειδώνας, ο Ερμής και ο Ήφαιστος και οι προστάτες των Τρώων, ο Άρης, η Άρτεμη, ο Απόλλωνας, η Λητώ και η Αφροδίτη.

Ο Αινείας είναι ο πρώτος που θα χτυπηθεί με τον Αχιλλέα. Καθώς ετοιμάζεται όμως ο Αχιλλέας να τον σκοτώσει, τον αρπάζει ο Ποσειδώνας και τον πετά έξω από τη μάχη.

Ο Αχιλλέας ασυγκράτητος και διψασμένος για εκδίκηση χύνεται στη μάχη σκοτώνοντας τους Τρώες κυριολεκτικά τον ένα μετά τον άλλο. Όταν σκοτώνει τον Πολύδωρο, ένα γιο του Πρίαμου, ο Έκτορας επιδιώκει να τον αντιμετωπίσει.

Ο Αχιλλέας ορμά πάνω του να τον σκοτώσει, αλλά την τελευταία στιγμή τον αρπάζει ο Απόλλωνας μέσα σε ένα σύννεφο ομίχλης. Ο Αχιλλέας πέφτει τώρα πάνω στους άλλους Τρώες, που υποχωρούν άτακτα και πολλοί από αυτούς ρίχνονται στον ποταμό Σκάμανδρο. Ορμά κι εκείνος μέσα στα νερά και σκοτώνει όποιον βρει μπροστά του.

Όταν κουράστηκε να σκοτώνει μέσα στο ποτάμι, πιάνει δώδεκα αιχμαλώτους, που θα τους σκοτώσει αργότερα στον τάφο του Πάτροκλου. Καθώς πάει να ξαναμπεί στο ποτάμι, συναντά τον Λυκάονα που τον είχε πιάσει παλιότερα αιχμάλωτο. Παρά τα παρακάλια του τον σκοτώνει και τον πετά στο ποτάμι. Ο Σκάμανδρος παραπονιέται στον Αχιλλέα πως τα νερά του δεν μπορούν να φτάσουν στη θάλασσα εξαιτίας των πολλών πτωμάτων που πετά μέσα σ’ αυτόν. Ο Αχιλλέας όμως ξαναμπαίνει μέσα στο ποτάμι και ο θεός οργισμένος χύνεται πάνω του. Κόντευε να πνιγεί, όταν τον σώζουν ο Ποσειδώνας και η Αθηνά. Στη συνέχεια ο Ήφαιστος σταλμένος από την Ήρα καίει τον ποταμό με τις φλόγες του κι αρχίζουν να στεγνώνουν τα νερά του μέχρι που τελικά ο Σκάμανδρος υποχωρεί.

Τώρα όμως έχει δοθεί η αφορμή να αγωνιστούν οι θεοί μεταξύ τους. Η Αθηνά ρίχνει με μια πέτρα κάτω τον Άρη. Πάει να τον σηκώσει η Αφροδίτη, δέχεται όμως και αυτή χτύπημα και πέφτει κάτω. Ο Ποσειδώνας προκαλεί τον Απόλλωνα να χτυπηθούν, εκείνος όμως δε δέχεται. Η Ήρα δέρνει την Άρτεμη και πάνω στην αναταραχή σκορπίζονται τα βέλη της Άρτεμης κάτω. Τελικά ο Απόλλωνας πηγαίνει στην Τροία, ενώ οι υπόλοιποι θεοί επιστρέφουν στον Όλυμπο.

Στο μεταξύ ανοίγουν οι πύλες της Τροίας με διαταγή του Πρίαμου, για να μπουν μέσα οι κυνηγημένοι Τρώες. Μόνο ο Αγήνορας τολμά να αντισταθεί. Και πάνω που θα τον σκότωνε ο Αχιλλέας, τον τράβηξε από τη μάχη ο Απόλλωνας τυλιγμένο σε σύννεφο. Τότε πήρε ο θεός τη μορφή του Αγήνορα για να ξεγελάσει τον Αχιλλέα και να τον παρασύρει μακριά από τις πύλες της πόλης, ώστε να προλάβουν να μπουν μέσα όλοι οι κυνηγημένοι Τρώες. Ο Έκτορας είναι πια ο μοναδικός Τρώας έξω από τα τείχη. Οι δικοί του του φωνάζουν να μπει στην πόλη και να γλιτώσει αλλά δεν τους ακούει

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΚΤΟΡΑ

Tώρα καταλαβαίνει πόσο δίκιο είχε ο Πολυδάμας, όταν έλεγε πως έπρεπε να γυρίσουν στην πόλη την προηγούμενη νύχτα. Νιώθει το βάρος της ευθύνης για το χαμό τόσων Τρώων να τον πλακώνει και αποφασίζει να μείνει και να αντιμετωπίσει το φοβερό αντίπαλό του. Πάνω στην ώρα έρχεται και ο Αχιλλέας. Μόλις τον βλέπει ο Έκτορας, χάνει το κουράγιο του και φεύγει.

Τρεις φορές κάνουν το γύρο των τειχών της πόλης και την τέταρτη κοντοστέκεται, καθώς βλέπει την Αθηνά με τη μορφή του αγαπημένου του αδερφού Δηίφοβου να έρχεται τάχα να του συμπαρασταθεί. Η μονομαχία ξεκινά. Ο Αχιλλέας ρίχνει το κοντάρι του χωρίς επιτυχία, η Αθηνά όμως του το ξαναφέρνει. Την ίδια τύχη έχει και ο Έκτορας, όταν ρίχνει το δικό του κοντάρι. Τώρα όμως που χρειάζεται και δεύτερο κοντάρι ο Έκτορας, καταλαβαίνει πως έχει ξεγελαστεί, πως οι θεοί τον έχουν εγκαταλείψει.

Και πραγματικά, ο Αχιλλέας τον πληγώνει θανάσιμα. Με τη λίγη ζωή που του μένει, τον ικετεύει να δώσει το κορμί του στους δικούς του. Ο Αχιλλέας όμως αρνιέται, τον γυμνώνει από τα όπλα του, τον δένει από τα πόδια στο άρμα και τον σέρνει γύρω από τα τείχη της πόλης. Με θρήνους και κλάματα τα βλέπουν όλα αυτά οι δικοί του από τα τείχη.

Ο Αχιλλέας επιστρέφει στη σκηνή του, όπου κακομεταχειρίζεται αρκετά το νεκρό Έκτορα. Δίνει εντολή σ’ όλους να φάνε και ύστερα αποκαμωμένος πέφτει σε βαθύ ύπνο, όπου τον επισκέπτεται η ψυχή του Πάτροκλου και του ζητά να τον κάψει γρήγορα. Το άλλο πρωί παραδίδεται ο νεκρός στην πυρά με όλες τις τιμές, ενώ ο Αχιλλέας αποκεφαλίζει και τους δώδεκα Τρώες αιχμαλώτους που είχε πιάσει στον ποταμό Σκάμανδρο. Όταν η φωτιά σβήνει, μαζεύουν τα οστά του νεκρού και τα κλείνουν σε μια υδρία. Στη συνέχεια ο Αχιλλέας διοργανώνει αθλητικούς αγώνες προς τιμή του νεκρού φίλου γύρω από τον τύμβο του.

Η κακομεταχείριση του νεκρού Έκτορα συνεχίζεται για δώδεκα μέρες. Οι θεοί όμως λυπούνται τον Τρώα ήρωα και γι’ αυτό στέλνουν τη Θέτιδα στον Αχιλλέα με το μήνυμα να δεχτεί τα λύτρα για την εξαγορά του νεκρού. Εκείνος συμφωνεί.

Στον Πρίαμο πηγαίνει η Ίριδα φέρνοντας τη θεϊκή εντολή να πάει στο στρατόπεδο των Αχαιών με ένα μόνο κήρυκα και να εξαγοράσει το γιο του με λύτρα. Παρά τις αντιρρήσεις της γυναίκας του Εκάβης, φορτώνει σε ένα αμάξι τα λύτρα και ξεκινά με τον κήρυκα Ιδαίο για τη σκηνή του Αχιλλέα. Στο δρόμο συναντούν τον Ερμή, που έχει πάρει τη μορφή ενός Μυρμιδόνα και που τους οδηγεί στον Αχιλλέα, χωρίς να τους πάρει είδηση κανένας από τους Αχαιούς. Ο Αχιλλέας τον υποδέχεται με θαυμασμό και καλοσύνη. Τρώνε και πίνουν μαζί και συμφωνούν να γίνει δωδεκαήμερη ανακωχή για την ταφή του νεκρού. Ο Πρίαμος κοιμάται στη σκηνή του Αχιλλέα και το άλλο πρωί φέρνει το νεκρό Έκτορα στην Τροία, όπου παραδίδεται στην πυρά μέσα σε θρήνους και μοιρολόγια και στη συνέχεια τα λείψανά του τοποθετούνται σε χρυσή λάρνακα η οποία κλείνεται μέσα σε τύμβο.

ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΙΑ

Μετά το θάνατο του Έκτορα έφτασαν στην Τροία οι Αμαζόνες με τη βασίλισσά τους την Πενθεσίλεια, την κόρη του Άρη. Οι Αμαζόνες είχαν το έθιμο να μην παντρεύεται μια γυναίκα, αν δε σκοτώσει προηγουμένως πολλούς άντρες.

Ο πόλεμος στην Τροία ήταν λοιπόν μια καλή ευκαιρία για την Πενθεσίλεια και για άλλες συμπολεμίστριές της.

Και πραγματικά, με την επανάληψη των εχθροπραξιών, η Πενθεσίλεια σκοτώνει πάρα πολλούς Αχαιούς, ανάμεσά τους και τον έναν από τους δυο γιατρούς του αχαϊκού στρατοπέδου, τον Μαχάονα, το γιο του Ασκληπιού. Τελικά μονομαχεί με τον Αχιλλέα και στη φοβερή σύγκρουση που ακολουθεί η Πενθεσίλεια σκοτώνεται. Ο Αχιλλέας, θαυμάζοντας την ορμή και το θάρρος της, ίσως και την ομορφιά της, δεν κακομεταχειρίζεται το σώμα της αλλά το δίνει στους Τρώες να το θάψουν όπως πρέπει. Για τη χειρονομία του αυτή κατηγορείται ο Αχιλλέας μπροστά στους Αχαιούς από τον Θερσίτη πως τελικά δεν είναι και τόσο σκληρός όσο έλεγε. Τότε ο Αχιλλέας τον χτυπά με το χέρι και τον αφήνει στον τόπο. Η πράξη αυτή του Αχιλλέα ξεσηκώνει την οργή αρκετών Αχαιών, ιδιαίτερα του Διομήδη που είναι θείος του νεκρού. Για να κατευνάσει τα πνεύματα, ο Αχιλλέας κάνει πλούσιες θυσίες στους θεούς και ο Οδυσσέας τον καθαρίζει από το αίμα που τον βαραίνει.

Ο Μέμνονας, γιος του Τιθωνού και της Ηούς, ήταν βασιλιάς των Αιθιόπων. Ήρθε στην Τροία για να βοηθήσει το θείο του, τον Πρίαμο, στις δύσκολες στιγμές. Τον οπλισμό του τον είχε φτιάξει ο Ήφαιστος, όπως και του Αχιλλέα. Με τον ερχομό του Μέμνονα στην Τροία η Θέτιδα προειδοποιεί τον Αχιλλέα πως, αν σκοτώσει τον Μέμνονα, θα σκοτωθεί και ο ίδιος αμέσως μετά.

Ο βασιλιάς των Αιθιόπων διακρίνεται στις συγκρούσεις που ακολουθούν και σκοτώνει πολλούς αντιπάλους. Κάποια στιγμή μάλιστα είναι έτοιμος να σκοτώσει τον Νέστορα, που είναι καθηλωμένος με το άρμα του στο κέντρο της μάχης, καθώς ο Πάρης του είχε σκοτώσει το ένα άλογο με τα βέλη του. Τον σώζει όμως ο γιος του ο Αντίλοχος που έτρεξε να τον βοηθήσει. Στη μονομαχία που ακολουθεί ανάμεσα στον Μέμνονα και τον Αντίλοχο, ο τελευταίος πέφτει νεκρός.

Μαθαίνοντας ο Αχιλλέας τα κακά μαντάτα στενοχωρέθηκε πάρα πολύ, γιατί υπεραγαπούσε το γιο του Νέστορα. Ξεχνά τη συμβουλή της μητέρας του και στη στιγμή ορμά στη μάχη για να πάρει εκδίκηση. Δεν αργεί να βρει τον Μέμνονα και η μονομαχία αρχίζει. Την ίδια ώρα οι θεές Θέτιδα και Ηώ παρακαλούν τον Δία, καθεμιά για τη ζωή του δικού της γιου. Τότε με εντολή του Δία ο Ερμής σηκώνει τη ζυγαριά που έχει στις δυο τις άκρες τους κλήρους του θανάτου των δυο ηρώων.

Η ζυγαριά γέρνει προς το μέρος του Μέμνονα, που σημαίνει ότι ο θάνατός του έχει αποφασιστεί. Για να παρηγορήσει ο Δίας την Ηώ, χαρίζει στο γιο της την αθανασία. Και πραγματικά ο Αχιλλέας καταφέρνει να σκοτώσει τον αντίπαλό του. Αμέσως η Ηώ αρπάζει το νεκρό Μέμνονα, τον καθαρίζει και τον περιποιείται και στη συνέχεια ο Ύπνος και ο Θάνατος, τα δυο αδέρφια της, τον μεταφέρουν στην Αιθιοπία για να ταφεί.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ

Όταν είδαν οι Τρώες τον Μέμνονα να πέφτει νεκρός από το χέρι του Αχιλλέα, πανικοβλήθηκαν και άρχισαν να υποχωρούν άτακτα. Ασυγκράτητος ο Αχιλλέας κατευθύνεται τώρα ίσια στην Τροία χωρίς να τολμά κανείς να προβάλει αντίσταση. Οι Τρώες έχουν όμως ακόμα έναν ισχυρό σύμμαχο με το μέρος τους, το θεό Απόλλωνα, που στέκεται στις Σκαιές Πύλες. Καθώς ο Αχιλλέας πλησιάζει, δίνει την εντολή ο θεός στον Πάρη να του ρίξει με το τόξο. Και πραγματικά το βέλος του Πάρη τραυματίζει τον Αχιλλέα θανάσιμα στη φτέρνα που ήταν το μοναδικό μέρος του σώματος του που ήταν θνητό όπως είπαμε πριν. Από εκεί εμεινε και η έκφραση “”ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ ΦΤΕΡΝΑ”” που λεμε όταν θέλουμε να μιλήσουμε για το αδύναμο σημείο κάποιου

Ο πιο γενναίος από τους Αχαιούς ήρωες είναι πια νεκρός και γύρω του διεξάγονται πρωτόγνωρες σε αγριότητα μάχες, στην προσπάθεια Αχαιών και Τρώων να τραβήξουν το πτώμα ο καθένας προς το μέρος του. Από τη μεριά των Αχαιών πρωτοστατεί ο Αίας ο Τελαμώνιος και από τη μεριά των Τρώων ο Αινείας. Κάποια στιγμή καταφέρνει ο Γλαύκος, πιστός σύντροφος του Σαρπηδόνα, να δέσει με λουρί το πόδι του νεκρού. Ο Αίας τον σταματά σκοτώνοντάς τον με το κοντάρι του. Σε λίγο στέλνει ο Δίας ανεμοθύελλα στο πεδίο της μάχης και πάνω στην αναταραχή και τον πανικό που ακολούθησε καταφέρνει ο Αίας να απομακρύνει το νεκρό από τη μάχη με την κάλυψη που του παρέχει ο Οδυσσέας.

Οι Αχαιοί πλένουν και καθαρίζουν το νεκρό Αχιλλέα από τις σκόνες και τα αίματα με θρήνους και μοιρολόγια, όταν ακούγεται δυνατή βοή από τη θάλασσα. Όλοι τρέχουν να κρυφτούν όπου μπορεί ο καθένας. Τους καθησυχάζει ο Νέστορας, που τους λέει πως έρχονται οι Νηρηίδες με τη μητέρα του νεκρού τη Θέτιδα, για να θρηνήσουν το νεκρό. Σε λίγο καταφθάνουν και οι Μούσες και για δεκαεφτά μέρες και νύχτες μοιρολογούν όλοι μαζί το νεκρό. Τη δέκατη όγδοη μέρα παραδίδεται το σώμα του νεκρού Αχιλλέα στην πυρά. Τα λείψανά του τα τοποθετούν μαζί μ’ αυτά του Πάτροκλου σε χρυσό αμφορέα που έχει φέρει η Θέτιδα, φτιαγμένο από τα χέρια του Ήφαιστου. Στη συνέχεια, υψώνουν τύμβο στο Σίγειο και διοργανώνουν επιτύμβιους αγώνες προς τιμή του Αχιλλέα, στους οποίους νικούν ο Εύμηλος στις ιπποδρομίες, ο Διομήδης στους αγώνες δρόμου, ο Αίας στη δισκοβολία και ο Τεύκρος στην τοξοβολία. Μόλις ολοκληρώθηκαν οι επιτύμβιοι αγώνες, η Θέτιδα δηλώνει πως θα χαρίσει την πανοπλία του Αχιλλέα στον καλύτερο από τους Αχαιούς ήρωες.

Τότε σηκώνεται ο Αίας ο Τελαμώνιος και υποβάλλει υποψηφιότητα για το νέο αυτό έπαθλο, γιατί πιστεύει πως είναι και ο πιο αντρειωμένος και ο πιο δυνατός απ’ όλους. Ως υποψήφιος όμως σηκώνεται και ο Οδυσσέας, γιατί θεωρεί ότι οι Αχαιοί βγήκαν αρκετές φορές από πολύ δύσκολη θέση χάρη στη δική του ευστροφία και επινοητικότητα.

Γρήγορα τα αίματα ανάβουν και για να αποφευχθεί ένοπλη σύγκρουση των δύο ηρώων, προτείνει ο Νέστορας να γίνει η επιλογή όχι από τους Αχαιούς, που μπορεί να επηρεαστεί η κρίση τους από προσωπικά αισθήματα, αλλά από τους Τρώες, που με την κρίση ανεπηρέαστη θα εξέφραζαν αμερόληπτη γνώμη. Πηγαίνουν λοιπόν Αχαιοί κατάσκοποι κοντά στα τείχη της Τροίας, μήπως και πετύχουν κάποια σχετική συζήτηση. Και πράγματι, ακούνε δυο γυναίκες να συζητούν για τη μεταφορά του νεκρού Αχιλλέα έξω από το πεδίο της μάχης από τον Αίαντα και τον Οδυσσέα.

Η μια λέει ότι πιο άξιος είναι ο Αίας που κουβάλησε το νεκρό, ο οποίος ήταν αρκετά μεγαλόσωμος και βαρύς, ενώ ο Οδυσσέας δεν τόλμησε κάτι τέτοιο. Η απάντηση της άλλης είναι αποστομωτική. Οποιοσδήποτε, λέει, θα μπορούσε να μεταφέρει ένα μεγάλο βάρος, όχι όμως και να πολεμήσει με τόσους ανθρώπους μαζί, όπως ο Οδυσσέας. Άρα, κατά την άποψή της, ο Οδυσσέας είναι πιο γενναίος από τον Αίαντα.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΑΝΤΑ

Η παρατήρηση αυτή, που την είχε εμπνεύσει η Αθηνά στην Τρωαδίτισσα, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για συζήτηση. Νικητής είναι ο Οδυσσέας και οι Αχαιοί του παραδίνουν την πανοπλία του Αχιλλέα. Η επιλογή των Αχαιών γέμισε την ψυχή του Αίαντα με οργή. Νιώθει πως οι Αχαιοί θέλησαν να τον αδικήσουν, να τον ταπεινώσουν. Αρχίζει να χάνει τον αυτοέλεγχό του θέλοντας λυσσασμένα να πάρει εκδίκηση για την προσβολή που του έγινε. Αποφασίζει να σκοτώσει τους Αχαιούς αρχηγούς την ίδια κιόλας νύχτα.

Καθώς κατευθύνεται προς τις σκηνές τους, χάνει τα λογικά του με την παρέμβαση της Αθηνάς και πάει στο χώρο όπου έχουν συγκεντρώσει οι Αχαιοί τα κοπάδια τους. Εκεί ο Αίας αρχίζει να σφάζει ανελέητα τα ζώα πιστεύοντας ότι είναι οι Αχαιοί βασιλιάδες. Νομίζει μάλιστα ότι ένα κριάρι είναι ο μισητός Οδυσσέας και το σέρνει στη σκηνή του για να το βασανίσει. Όταν την άλλη μέρα βρίσκει τα λογικά του και βλέπει τι έχει κάνει, αποφασίζει να αυτοκτονήσει για ν’ αποφύγει τον εξευτελισμό και την ατίμωση. Έτσι, στερεώνει το σπαθί του σε μια ερημιά και πέφτει πάνω του.

Αργότερα βρίσκουν ο Διομήδης και ο Οδυσσέας το νεκρό Αίαντα και τον πηγαίνουν στον αρχιστράτηγο των Αχαιών, τον Αγαμέμνονα. Μόλις καταλαβαίνουν τι έγινε, αρκετοί από τους Αχαιούς βασιλιάδες θύμωσαν πολύ, ενώ ο Αγαμέμνονας εξοργισμένος διέταξε να μην τον κάψουν με τιμές όπως ταιριάζει σε ήρωα, αλλά να τον παραχώσουν όπως όπως στο ακρωτήριο Ροίτειο.

Κάποια στιγμή ο Κάλχας, ο μάντης των Αχαιών σ’ όλη τη διάρκεια της εκστρατείας, δηλώνει στον Οδυσσέα πως οι μαντικές του ικανότητες δεν είναι αρκετές για την άλωση της Τροίας και πως τους σχετικούς χρησμούς μπορούσαν να τους εκμαιεύσουν μόνο από τον Έλενο, το γιο του Πρίαμου, που κατέχει τη μαντική τέχνη.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ

Έτσι ο Οδυσσέας αναλαμβάνει να αιχμαλωτίσει τον Έλενο, πράγμα που τελικά καταφέρνει μετά από πολλές ενέδρες ένα βράδυ που τον πέτυχε ανυποψίαστο έξω από την πόλη. Τον φέρνει στη συνέλευση των Αχαιών, όπου ο Έλενος αναγκάζεται να τους αποκαλύψει πως θα έπαιρναν την Τροία, μόνο αν είχαν με το μέρος τους το τόξο και τα βέλη του Ηρακλή και αν ερχόταν στην Τροία ο γιος του Αχιλλέα, ο Νεοπτόλεμος. Τα όπλα του Ηρακλή τα είχε ο Φιλοκτήτης, που είχε ακολουθήσει τους Αχαιούς στην εκστρατεία κατά της Τροίας. Όταν θυσίαζαν όμως στη Χρύση, τον δάγκωσε ένα φίδι, η πληγή κακοφόρμισε και μύριζε τόσο άσχημα, που οι Αχαιοί τον άφησαν στη Λήμνο, μη μπορώντας να ανεχτούν την κακοσμία. Παρατημένος σχεδόν δέκα χρόνια τώρα σ’ ένα ερημονήσι χωρίς να ενδιαφερθεί κανείς από τους Αχαιούς γι’ αυτόν, μάλλον δε θα ήθελε να τους βοηθήσει τώρα που τον χρειάζονται. Πηγαίνουν ωστόσο ο Οδυσσέας και ο Διομήδης στη Λήμνο και καταφέρνουν με ύπουλο τρόπο να του πάρουν τα όπλα του Ηρακλή. Χρησιμοποιώντας τα ως διαπραγματευτικό μέσο τον πείθουν να τους ακολουθήσει στην Τροία, όπου γιατρεύεται.

Καθώς ο Φιλοκτήτης ήταν άριστος τοξότης, σκοτώνει πολλούς Τρώες. Μονομαχεί και με τον Πάρη, τον οποίο σκοτώνει με τα βέλη του. Στο νεκρό κορμί του Πάρη ορμά ο Μενέλαος και το κακομεταχειρίζεται αλύπητα, βγάζοντας το άχτι του για την αρπαγή της γυναίκας του και για όσα ακολούθησαν. Το νεκρό Πάρη καταφέρνουν τελικά να πάρουν οι Τρώες μετά από σφοδρές συγκρούσεις και τον μεταφέρουν στην Τροία. Την Ελένη την παντρεύεται τώρα ο αδερφός του Πάρη, ο Δηίφοβος. Σύμφωνα με τους χρησμούς που είχαν αποσπάσει από τον Έλενο, για να πάρουν την Τροία, έπρεπε να φέρουν το γιο του Αχιλλέα, τον Νεοπτόλεμο.

Όταν κρυβόταν ο Αχιλλέας στην αυλή του Λυκομήδη στη Σκύρο, απόχτησε ένα γιο με μια από τις βασιλοπούλες, τη Δηιδάμεια. Όσο καιρό ζούσε ο Αχιλλέας εκεί ντυμένος με γυναικεία ρούχα, τον φώναζαν Πύρρα. Έτσι, ο γιος του ονομάστηκε Πύρρος. Αργότερα ο Φοίνικας, ο συμβουλάτορας και καθοδηγητής του Αχιλλέα στον Τρωικό πόλεμο, τον ονόμασε Νεοπτόλεμο, γιατί ο πατέρας του πήγε στον πόλεμο νέος .Οι Αχαιοί αναθέτουν στον Οδυσσέα να φέρει τον Νεοπτόλεμο, που τους είναι απαραίτητος, από τη Σκύρο.

Ο Οδυσσέας πείθει με ευκολία τον Λυκομήδη να δώσει τη συγκατάθεσή του να πάει ο εγγονός του στην Τροία, επειδή και ο ίδιος ο Νεοπτόλεμος επιθυμεί να πολεμήσει. Μόλις έφτασαν στο στρατόπεδο των Αχαιών, ο Οδυσσέας δίνει στον Νεοπτόλεμο τα όπλα του πατέρα του. Οι Αχαιοί υποδέχονται με χαρά τον Νεοπτόλεμο στις τάξεις τους, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του τον πατέρα του, τον Αχιλλέα. Και γρήγορα διαπιστώνουν πως ο Νεοπτόλεμος ορμά σαν εκείνον στη μάχη ασυγκράτητος σκοτώνοντας πολλούς Τρώες.

Ο Ευρύπυλος, γιος του Τήλεφου και της αδερφής του Πρίαμου Αστυόχης, ήταν βασιλιάς της Μυσίας. Σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου η Αστυόχη δεν επέτρεπε στο γιο της να πάει να πολεμήσει, εκμεταλλευόμενη το λόγο που έδωσε ο σύζυγός της Τήλεφος στους Αχαιούς ότι δε θα πολεμήσει στο πλευρό των Τρώων σε αντάλλαγμα για τη γιατρειά του ποδιού του από τον Οδυσσέα. Ο Πρίαμος αποφασίζει τελικά να εξαγοράσει τη συγκατάθεσή της, δωροδοκώντας την με ένα κλήμα με σταφύλια και φύλλα από χρυσάφι, φτιαγμένο από τα χέρια του Ήφαιστου. Έτσι έρχεται στην Τροία ο Ευρύπυλος με πολύ στρατό. Διακρίνεται στις μάχες με τους Αχαιούς σκοτώνοντας πολλούς από αυτούς. Τελικά μονομαχεί με τον Νεοπτόλεμο, ο οποίος τον σκοτώνει με το κοντάρι του ύστερα από σφοδρή σύγκρουση.

%d bloggers like this: