Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

Τρωικός πόλεμος, μέρος 2ο

ΑΦΙΞΗ ΣΤΗΝ ΤΡΟΙΑ – ΠΡΩΤΕΣ ΜΑΧΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ

Αφήνοντας πίσω τους το νησί Τένεδος οι Αχαιοί έφτασαν επιτέλους στο ακρογιάλι της Τροίας. Κανείς τους όμως δεν τολμούσε να αποβιβαστεί και να πατήσει το πόδι του στην τρωική γη, γιατί όλοι ήξεραν την προφητεία της Θέτιδας ότι ο πρώτος Αχαιός που θα πατούσε τη γη της Τροίας θα πέθαινε αμέσως. Ο Οδυσσέας, πολυμήχανος όπως πάντα, πέταξε την ασπίδα του και μετά πήδηξε πάνω της. Ξεθαρρεύοντας ο αρχηγός των Θεσσαλών, ο Πρωτεσίλαος, πήδηξε δεύτερος νομίζοντας ότι ο χρησμός θα επαληθευόταν με το θάνατο του Οδυσσέα.

Ο Πρωτεσίλαος πολέμησε γενναία και σκότωσε αρκετούς από τους Τρώες που είχαν μαζευτεί για να δυσκολέψουν τους Αχαιούς κατά την αποβίβαση.

Λίγο αργότερα όμως έπεσε νεκρός από το χέρι του Έκτορα, για να επαληθευτεί ο χρησμός που σωστά είχε ερμηνεύσει ο Οδυσσέας. Ο θάνατος του Πρωτεσίλαου λύπησε πολύ τους Αχαιούς, γιατί ήταν σ’ όλους γνωστό πως ο Πρωτεσίλαος έφυγε για την Τροία την επόμενη μέρα του γάμου του. Ωστόσο οι Αχαιοί δεν πτοήθηκαν από το θλιβερό αυτό γεγονός.

Η μάχη βρισκόταν τώρα σε πλήρη εξέλιξη, καθώς οι Αχαιοί προσπαθούσαν με όλες τους τις δυνάμεις να δημιουργήσουν προγεφυρώματα στην ακρογιαλιά, για να πραγματοποιήσουν την απόβασή τους. Πρωτοστατούσε ο Αχιλλέας, που σε κάποια στιγμή θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον Κύκνο, το γιο του Ποσειδώνα και της Καλύκης, ο οποίος είχε πάρει το χάρισμα από τον πατέρα του να μην πληγώνεται από χάλκινο όπλο. Τελικά ο Αχιλλέας κατάφερε να τον σκοτώσει χτυπώντας τον με μια πέτρα στο κεφάλι. Βλέποντας οι Τρώες τον Κύκνο να πέφτει νεκρός πανικοβλήθηκαν, υποχώρησαν άτακτα και κλείστηκαν στην Τροία. Τότε οι Αχαιοί αποβιβάστηκαν με την ησυχία τους και στρατοπέδευσαν προς τη μεριά του Ελλήσποντου. Για να μη σαπίσουν τα πλοία τους, τα έβγαλαν στη στεριά.

Αφού ολοκλήρωσαν την εγκατάστασή τους και θέλοντας μέχρι την τελευταία στιγμή ν’ αποφύγουν τον πόλεμο, οι Αχαιοί έστειλαν πρεσβεία στην Τροία σε μια ύστατη προσπάθεια να επιτευχθεί ειρηνική λύση του προβλήματος. Την πρεσβεία αποτελούσαν ο Μενέλαος με τον Οδυσσέα. Τους δυο Αχαιούς φιλοξένησε ο δημογέροντας της Τροίας Αντήνορας, που είχε την άποψη ότι το δίκιο ήταν με το μέρος των Αχαιών. Όταν τελικά παρουσιάστηκε η πρεσβεία των Αχαιών στη συνέλευση των Τρώων, ζήτησε από αυτούς να επιστρέψουν στο δικαιούχο την Ελένη και όλους τους θησαυρούς που είχε αρπάξει ο Πάρης από το παλάτι του Μενέλαου. Τα αιτήματα αυτά συνάντησαν την κατηγορηματική απόρριψη από τον Πάρη, ο οποίος είχε δωροδοκήσει έναν από τους σημαντικότερους δημογέροντας της Τροίας, τον Αντίμαχο, για να υποστηρίξει τις δικές του θέσεις.

Παίρνοντας λοιπόν το λόγο ο Αντίμαχος πρότεινε να μην ικανοποιήσουν τα αιτήματα των Αχαιών και να εκτελέσουν τους δυο απεσταλμένους που ήταν παρόντες.

Ο κίνδυνος για τη ζωή του Μενέλαου και του Οδυσσέα ήταν άμεσος. Από τη δύσκολη θέση τους έβγαλε ο Αντήνορας, που τους φυγάδευσε κρυφά. Και βέβαια το συμπέρασμα που έβγαλαν οι Αχαιοί από αυτή την προσπάθεια για συμβιβασμό, ήταν ότι δεν υπήρχε άλλη λύση από τον πόλεμο.

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια για ειρήνη, οργάνωσαν οι Αχαιοί την πολιορκία της Τροίας που δεν ήταν τόσο ασφυκτική ώστε να μην μπορούν οι κάτοικοι της πόλης να πηγαίνουν στα χτήματά τους ή να ασχολούνται με τις όποιες άλλες αγροτικές ή κτηνοτροφικές εργασίες τους έξω από τα τείχη. Βέβαια έπρεπε να είναι πάντα προσεχτικοί, γιατί, αν έπεφταν στα χέρια των Αχαιών, τους περίμενε ο θάνατος ή η αιχμαλωσία. Έτσι σε κάποια ενέδρα συνέλαβε ο Αχιλλέας τον Λυκάονα, νόθο γιο του Πρίαμου, όταν εκείνος πήγε στα χτήματα του πατέρα του. Ο Αχιλλέας του χάρισε τη ζωή, τον έδωσε όμως στον Πάτροκλο για να τον πουλήσει στο σκλαβοπάζαρο της Λήμνου.

Αυτός τον πούλησε στον Εύηνο, το γιο του Ιάσονα, για ένα μεγάλο ασημένιο κρατήρα. Τελικά τον εξαγόρασε ο φίλος του ο Ηετίωνας από την Ίμβρο, πληρώνοντας πολλά λύτρα.

Σε κάποια άλλη στιγμή είχε στήσει ο Αχιλλέας ενέδρα σε μια πηγή. Εκεί πλησίασαν ο Τρωίλος, ο μικρότερος γιος του Πρίαμου, για να ποτίσει το άλογό του, και η Πολυξένη, η αδερφή του, για να πάρει νερό. Ο Αχιλλέας πετάχτηκε τότε μπροστά τους και τα δυο παιδιά τρομαγμένα το έβαλαν στα πόδια. Πήρε ο Αχιλλέας στο κυνήγι τον Τρωίλο και, παρόλο που ήταν πεζός, τον πρόλαβε και τον γκρέμισε από το άλογο. Τον πήγε στο ναό του Θυμβραίου Απόλλωνα, εκεί όπου σύμφωνα μ’ ένα μύθο απέκτησαν το χάρισμα της μαντικής η Κασσάνδρα και ο Έλενος, και τον αποκεφάλισε. Την προσπάθεια του παιδιού να ξεφύγει την είχαν δει από τα τείχη ο δημογέροντας Αντήνορας και ένας από τους σκοπούς, ο Πολίτης, γιος του Αντήνορα, ο οποίος έτρεξε με άλλους Τρώες για να τον σώσουν. Ήταν όμως ήδη πολύ αργά. Όταν έφτασαν κοντά στον Αχιλλέα, εκείνος τους πέταξε το κομμένο κεφάλι. Τότε οι Τρώες θέλησαν να τον εκδικηθούν για τη βάρβαρη πράξη του, γλίτωσε όμως με την παρέμβαση των θεών.

Αναφέρεται επίσης ότι ο Αχιλλέας εξέφρασε την επιθυμία να δει από κοντά τη γυναίκα, για χάρη της οποίας πολεμούσε, δηλαδή την Ελένη. Ήταν άλλωστε ο μόνος από τους Αχαιούς ηγεμόνες που δεν την είχε δει. Μαθαίνοντας την επιθυμία του αυτή η μητέρα του η Θέτιδα ήρθε σε συνεννόηση με την Αφροδίτη και η συνάντηση πραγματοποιήθηκε χωρίς να το αντιληφθούν ούτε οι Αχαιοί ούτε οι Τρώες. Δεν είναι γνωστό τι ειπώθηκε και τι έγινε σ’ αυτή τη συνάντηση, πάντως το πιο πιθανό είναι να έμεινε και ο Αχιλλέας έκθαμβος από την ομορφιά της.

Από το περιθώριο των πολεμικών επιχειρήσεων δεν έλειπαν, καθώς φαίνεται, και διάφορα παιχνίδια, για να διασκεδάζουν κάπως οι πολεμιστές. Έτσι, σε μια ανάπαυλα της μάχης, κάθισαν ο Αχιλλέας και ο Αίας για να ξεκουραστούν και άρχισαν να παίζουν πεντάγραμμα, ένα παιχνίδι που είχε επινοήσει μάλλον ο πολύ εφευρετικός Παλαμήδης για την ψυχαγωγία του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος και το οποίο παιζόταν με μετακινούμενους πεσσούς πάνω σε πέντε γραμμές. Είχαν απορροφηθεί οι δυο ήρωες τόσο πολύ από το παιχνίδι τους, ώστε δεν αντιλήφθηκαν ότι τους πλησίαζαν οι Τρώες. Τελικά κατάφεραν ν’ αμυνθούν με την παρέμβαση της Αθηνάς.

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΑΡΧΙΖΟΥΝ

Στη διάρκεια του ένατου χρόνου του πολέμου ξέσπασαν ταραχές στις τάξεις του στρατού των Αχαιών. Η αφορμή δόθηκε, όταν άρχισαν να τους λείπουν τα τρόφιμα.

Τα αίτια όμως ήταν βαθύτερα. Η νοσταλγία για την πατρίδα φούντωνε μέσα στις καρδιές τους, ενώ είχαν αρχίσει πια να κουράζονται από έναν πόλεμο χωρίς τέλος. Οι προσπάθειες του αρχιστράτηγου Αγαμέμνονα να αποτρέψει το χειρότερο δεν ευδοκίμησαν και οι Αχαιοί κατέβηκαν στην παραλία να ρίξουν τα πλοία στη θάλασσα για να φύγουν. Τους σταμάτησε όμως ο Αχιλλέας.

Και για να εκλείψει η κύρια αφορμή των ταραχών, δηλαδή η έλλειψη τροφίμων, έστειλαν οι Αχαιοί μετά από ανάλογη πρόταση του Νέστορα τον Παλαμήδη στο νησί Δήλος, για να φέρει τις κόρες του βασιλιά και ιερέα του Απόλλωνα του Άνιου, τις Οινοτρόπους, που είχαν τη θαυματουργή ικανότητα να μετατρέπουν το χώμα σε τροφή όπως είδαμε και πιο πριν.

ΕΠΙΔΡΟΜΕΣ

Στα προηγούμενα χρόνια εξασφάλιζαν οι Αχαιοί ηγεμόνες τα απαραίτητα εφόδια για το στρατό τους κάνοντας μικρές εκστρατείες και επιδρομές σε πόλεις που βρίσκονταν στα περίχωρα της Τροίας και στα γύρω νησιά. Στις επιχειρήσεις αυτές όμως δεν περιορίζονταν στην αρπαγή τροφίμων αλλά έκλεβαν και πολύτιμα αντικείμενα, πουλούσαν τους άντρες σε σκλαβοπάζαρα ή τους σκότωναν, έπαιρναν τις γυναίκες ως παλλακίδες στις σκηνές τους. Πρωτοστατούσε στις επιδρομές αυτές ο Αχιλλέας, που είχε στο ενεργητικό του την καταστροφή έντεκα πόλεων γύρω από την Τροία και δώδεκα άλλων στα απέναντι νησιά.

Στην επιδρομή στη Λέσβο, μας λέει η Οδύσσεια, αναμετρήθηκε ο Οδυσσέας με το Φιλομηλείδη στην πάλη και τον νίκησε προκαλώντας ενθουσιασμό στις τάξεις των Αχαιών. Από τη Λέσβο έφερε ο Αχιλλέας επτά παλλακίδες, από τις οποίες έξι πήρε ο Αγαμέμνονας και μια μόνο κράτησε ο Αχιλλέας για τον εαυτό του, την κόρη του Φόρβαντα, τη Διομήδη.

Αναφέρονται τρεις από τις πόλεις στα περίχωρα της Τροίας που κατέλαβε ο Αχιλλέας, η Πήδασος, η Υποπλάκια Θήβα και η Λυρνησσός. Η Πήδασος, που τότε ακόμα λεγόταν Μονηνία, ήταν χτισμένη σε μια πολύ καλά οχυρωμένη θέση στις όχθες του ποταμού Σατνιόη, γι’ αυτό οι αλλεπάλληλες επιθέσεις του Αχιλλέα και των Αχαιών δεν έφερναν αποτέλεσμα. Όταν πια είχε αποφασιστεί να εγκαταλείψουν τις προσπάθειες, μια κοπέλα από την πόλη, η Πηδάση, που τον είχε ερωτευτεί, του έστειλε μήνυμα γραμμένο πάνω σ’ ένα μήλο πως έπρεπε να συνεχίσει την πολιορκία, γιατί η πόλη βασανιζόταν από δίψα. Και πράγματι, ύστερα από λίγο η πόλη παραδόθηκε εξαιτίας της λειψυδρίας και ο Αχιλλέας σε ανάμνηση της προδοσίας μετονόμασε την πόλη σε Πήδασο.

Η Υποπλάκια Θήβα ήταν χτισμένη κάτω από το βουνό Πλάκος, γι’ αυτό και λεγόταν Υποπλάκια. Ο βασιλιάς της, ο Ηετίωνας, είχε επτά γιους και μια κόρη, την Ανδρομάχη, που την είχε παντρέψει με τον Έκτορα.

Τον καιρό που ο Αχιλλέας πολιορκούσε τη Θήβα, έτυχε να βρίσκεται εκεί η Χρυσηίδα, κόρη του ιερέα του Απόλλωνα Χρύση, που τη φιλοξενούσε η αδερφή του Ηετίωνα Ιφινόη. Τελικά η Θήβα κυριεύτηκε και ο Αχιλλέας σκότωσε το βασιλιά και τους γιους του και πήρε ως σκλάβες στη σκηνή του τη γυναίκα του Ηετίωνα και τη Χρυσηίδα. Τον Ηετίωνα τον έθαψε με τιμές, τη βασίλισσα την εξαγόρασε με λύτρα ο πατέρας της από τον ίδιο και τη Χρυσηίδα την πήρε ο Αγαμέμνονας ως παλλακίδα στη σκηνή του. Ο Αχιλλέας βρήκε σε μια επιδρομή τον Αινεία να βόσκει τα κοπάδια του στο βουνό Ίδα. Τρομαγμένος εκείνος από το κακό συναπάντημα έτρεξε για να σωθεί.

Ο Αχιλλέας τον καταδίωξε αλλά ο Αινείας πρόλαβε να φτάσει στη Λυρνησσό. Τότε επιτέθηκε στην πόλη και την κυρίεψε σκοτώνοντας το βασιλιά της, τον Μύνητα, τους τρεις γιους του και τον αδερφό του τον Επίστροφο. Τη γυναίκα του τη Βρισηίδα την έφερε στο στρατόπεδο και ο Αγαμέμνονας του την παραχώρησε ως παλλακίδα. Όσο για τον Αινεία, αυτός κατάφερε για μια ακόμη φορά να ξεφύγει με την παρέμβαση φυσικά των θεών.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΗΔΗ

O Παλαμήδης ήταν γιος του Ναύπλιου και της Ησιόνης. Εξαιρετικά εύστροφος, επινοητικός και εφευρετικός ο Παλαμήδης, ξεπερνούσε κατά πολύ τον Οδυσσέα, ο οποίος τον εχθρευόταν από την πρώτη κιόλας στιγμή, όταν ο Παλαμήδης, που είχε έρθει μαζί με τον Νέστορα και τον Μενέλαο στην Ιθάκη, αποκάλυψε το πονηρό του τέχνασμα, με το οποίο ήθελε να αποφύγει τον πόλεμο.

Οι εξαιρετικές ικανότητες του Παλαμήδη φάνηκαν και αργότερα σε άλλες περιπτώσεις. Όταν στην Αυλίδα ο στρατός παραπονέθηκε για την άδικη και άτακτη διανομή των συσσιτίων, ο Παλαμήδης ανέλαβε να οργανώσει τη μοιρασιά, ώστε να γίνεται ακριβοδίκαια και σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κι όταν πάλι στη διάρκεια του ένατου χρόνου του πολέμου έλειψαν οι τροφές από το αχαϊκό στρατόπεδο, αυτός ήταν που πήγε να φέρει από τη Δήλο τις κόρες του βασιλιά Άνιου.. Φρόντισε ακόμα και για την ψυχαγωγία των ελληνικών στρατευμάτων επινοώντας ένα παιχνίδι με πεσσούς. Ο Παλαμήδης είχε έτσι κερδίσει ξεχωριστή θέση στις καρδιές των Αχαιών και ο Οδυσσέας, εκτός από την εχθρότητα, είχε κάθε λόγο να νιώθει και ζήλια, μια που η ύπαρξη του Παλαμήδη εμπόδιζε τον ίδιο να παινεύεται πως ήταν ο πιο εφευρετικός και πολυμήχανος μεταξύ των Αχαιών.

Η ευκαιρία που αναζητούσε ο Οδυσσέας για να εξολοθρεύσει τον Παλαμήδη με δολοπλοκίες δεν άργησε να του δοθεί. Κάποτε αιχμαλώτισε ο Οδυσσέας ένα δούλο που έφερνε χρυσάφι στο σύμμαχο των Τρώων, τον Σαρπηδόνα, τον αρχηγό των Λυκίων. Υποχρέωσε τότε το δούλο να γράψει στη γλώσσα του ένα γράμμα, στο οποίο ο Πρίαμος απευθυνόμενος στον Παλαμήδη έλεγε πως είχε στείλει όσα είχαν συμφωνήσει και πως τον ευχαριστούσε που είχε βοηθήσει τους Τρώες. Άφησε το δούλο να φύγει, αλλά έστειλε κάποιον που τον σκότωσε πριν προλάβει να απομακρυνθεί πολύ. Έστειλε μήνυμα κατόπιν στον Αγαμέμνονα πως είχε δει σημαδιακό όνειρο που του υποδείκνυε να μετακινηθεί όλος ο στρατός από τις μόνιμες εγκαταστάσεις του σε άλλη θέση για στρατιωτικές ασκήσεις.

Στο διάστημα που έλειπε ο στρατός, έβαλε ο Οδυσσέας κάποιον να θάψει το χρυσάφι που πήρε από το δούλο στη σκηνή του Παλαμήδη. Όταν βρέθηκε το πτώμα του δούλου και διαβάστηκε η επιστολή που ήταν γραμμένη στη γλώσσα του, κινήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, υποψίες εναντίον του Παλαμήδη

Για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, διέταξε ο Αγαμέμνονας, με υπόδειξη φυσικά του Οδυσσέα, να γίνει έρευνα στη σκηνή του Παλαμήδη. Το χρυσάφι που βρέθηκε θαμμένο εκεί αποτελούσε αδιάσειστη απόδειξη της ενοχής του ήρωα και στο δικαστήριο που ακολούθησε δεν μπόρεσε να υπερασπίσει αποτελεσματικά τον εαυτό του. Αφού κρίθηκε ένοχος προδοσίας, καταδικάστηκε σε θάνατο με λιθοβολισμό.

Όταν τα έμαθε όλα αυτά ο πατέρας του Παλαμήδη, ο Ναύπλιος, ήρθε στην Τροία για να μάθει από πρώτο χέρι τι ακριβώς έγινε και να αναζητήσει τυχόν ευθύνες, καθώς δεν μπορούσε να πιστέψει πως ο γιος του ήταν προδότης. Όλοι οι Αχαιοί όμως τον αγνόησαν και κανείς δεν ασχολήθηκε με τους προβληματισμούς του. Τότε ο Ναύπλιος επέστρεψε στην Ελλάδα αποφασισμένος να τους εκδικηθεί με όποιον τρόπο μπορούσε. Έτσι, όσο καιρό έλειπαν οι Αχαιοί από τα σπίτια τους, επισκεπτόταν ο Ναύπλιος τις γυναίκες τους, την Κλυταιμνήστρα του Αγαμέμνονα, τη Μήδα του Ιδομενέα και την Αιγιάλεια του Διομήδη και τις ωθούσε σε συζυγικές απιστίες.

Το ίδιο προσπάθησε και με την Πηνελόπη, αλλά δεν τα κατάφερε. Μπόρεσε όμως να πείσει αρκετούς φιλόδοξους άντρες να μείνουν στο παλάτι του Οδυσσέα ως υποψήφιοι γαμπροί και να του τρώνε την περιουσία. Κι όταν αργότερα πληροφορήθηκε ο Ναύπλιος πως τέλειωσε ο πόλεμος και οι Αχαιοί γυρίζουν στην Ελλάδα, βρήκε την ευκαιρία να πάρει πιο άμεση εκδίκηση. Άναψε φωτιές στο βουνό Καφηρέας για να νομίζουν οι Αχαιοί πως φτάνουν σε λιμάνι και να τσακίζονται πάνω στα βράχια. Κι όσοι επιζούσαν από τα ναυάγια αυτά, τους σκότωνε ο ίδιος ο Ναύπλιος

%d bloggers like this: