Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

Μια θλιβερή ιστορία…

Που λέτε, μεγάλωσα σε χωριό.
Ο Θεός να το πει χωριό.
Κάτι μεταξύ χωριού, κωμόπολης, κ@λοχωρίου.
Ο μόνος δρόμος που είχε άσφαλτο να φανταστείτε, ήταν η Εθνική Οδός που περνούσε από κει και το έκοβε στα δύο.

Με τους χωματόδρομους του, τις λακούβες του, το Νηπιαγωγείο του, Δημοτικό του.
Ούτε λόγος για Γυμνάσιο.
Σαν μεγάλωνα εκεί, οι γονείς μου, μιας και μετακομίσανε στην πόλη, όπου αγοράσαν ένα σπίτι, μετακόμισα και γω.
Δυό χρόνια μετά, ξαναγυρίσαν στο χωριό, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, αλλά οι επαγγελματικές τους δραστηριότητες παρέμειναν στην πόλη.

Στην πόλη που συνέχισα να πηγαίνω σχολείο και με διάφορες αλχημείες… έβγαλα και το Λύκειο, μιας και ενδιάμεσα το χωριό… μόνο Πανεπιστήμιο δεν απέκτησε.

‘Οταν λοιπόν, βγήκα από την κοινωνία του χωριού, άρχισα να βλέπω προς τα μέσα.
‘Ηταν ένας ολόκληρος κόσμος, μια πολιτεία ανθρώπων, με τους χαρακτηριστικούς της τύπους που την απάρτιζαν.
Τον Τρελό, τη Φουτάνα, τον Μπεκρή και την Κουτσομπόλα.

Ο Τρελός μας άφησε χρόνους, η Φουτάνα καλοπαντρεύτηκε, άνοιξε μαγαζί και τα πόδια της για καλό σκοπό και αράδιασε και παιδιά.
Ο Μπεκρής… ? Λίγα τα κρασιά του, μας άφησε χρόνους και αυτός.

Μα η Κουτσομπόλα ζει και βασιλεύει ακόμη.

Φωνακλού.
Πάντα είχε δίκιο και οι άλλοι άδικο.
Και όπως τα έλεγε και όμορφα τα λόγια, την πίστευε και ο Πρόεδρος την καϋ(λω)μένη.

“Ξένη” στα μέρη μας, από νησί ονομαστό του Αιγαίου, σύζυγος ναυτικού πολυταξιδεμένου.
Του τα φορούσε κανονικά του μούτσου.
Που την έχανες που την έβρισκες, στην πόλη να ψωνίζει… και να ψωνίζεται.
Στην οικογενειακή επιχείρηση, είχε βάλει φέσι μεγάλο.
Ο βερεσές έδινε και έπαιρνε.

Και πάντα κλαίγονταν η νησιώτισσα :
– Δεν έχουνε πατέρα τα παιδιά ! Ταξιδεύει στα ξένα ο άντρας μου ! (Βάλτα στο λογαριασμό…)

30 χρόνια έχουν περάσει και ο λογαριασμός δεν έχει πληρωθεί ακόμη.

Πως τα κατάφερνε η Κουτσομπόλα ;
Μέσα σε όλα ήταν.
‘Ολους τους παίνευε… και τους έθαβε.
Γλωσσοκοπάνα κακιά.
‘Ολους τους πασπάτευε… γλωσσικά (προφορικά και μη).

‘Επιανε τη χαρακτηριστική της αξάν και δε σε άφηνε σε χλωρό κλαρί.

Της ζήταγες τα βερεσεδιλίκια, έφευγες και της είχες δώσει και άλλα.

‘Ηρθε στο χωριό και άρχισε να τα βλέπει όλα στραβά. Δεν της άρεσε που περνούσαν τα πρόβατα μέσα απο το χωριό για να πάνε στη στάνη.
Δεν της άρεσε που οι… χωριάτες ήταν αγαθοί άνθρωποι, απονήρευτοι όσο επέτρεπαν οι καταστάσεις και οι εποχές.
Δεν της άρεσαν οι δρόμοι με τα χώματα που γεμίζαν λάσπες σε κάθε βροχή, δεν της άρεσε που δεν της δίναν πλέον βερεσέ και απλά την ανέχονταν για να πάρουν τα αρχικά ποσά πίσω !

Και πάλι και ματαξαναπάλι την λυπόνταν ο μπακάλης και της έδινε φαγάκι για τα παιδάκια της (άγνωστο αν ήταν και παιδιά του άντρα της).

Περπάταγε στην αγορά στην πόλη και σείονταν ο τόπος.
Σου μιλούσε με μια επιτηδευμένη ευγένεια και οι χωριάτες αλλά και οι της πόλης, την πιστέψαν στην αρχή.
Αλλά με τον καιρό, φάνηκε το προσωπείο της το πραγματικό.

Κακοπροαίρετο.
Κακός άνθρωπος.
‘Εσπερνε μίση.
Διέβαλε ανθρώπους.
Τους κατελόγιζε πράγματα που δεν είχαν κάνει.

Μας έκανε το χωριό… μπουρδέλο (με όλο το σεβασμό στα μπουρδέλα γιατί αυτά είναι οργανωμένες επιχειρήσεις και προσφέρουν και κοινωνικό έργο από πάνω).

Και όσο πέρναγε ο καιρός, όσο την κακολογούσαν οι… χωριάτες, τόσο αυτή επέμενε ότι όλοι οι άλλοι ήταν λάθος κι αυτή η μόνη σωστή και άγια.
Με άποψη για όλα.
Allweather, σαν τα λάστιχα της Goodyear.

Και μας έκανε τη good year… bad years.

Και μετά… όταν πήγαινε στην πόλη, άρχισε να κακολογίζει τους… χωριάτες στους ανθρώπους της πόλης.
Και κείνοι την πιστέψαν, ένεκα η αξάν και το νησιώτικο χαρακτηριστικό νάζι του Αιγαίου που ξάνοιγε τα σκέλια της σαν όστρακο στα χέρια γεροδεμένου ψαρά.

… και μια μέρα (πως τα φέρνει η ζωή εεε ;;;) επισκέφτηκα για επαγγελματικούς λόγους το νησί της και… το δικό της το χωριό.

Τουλάχιστον, στα δικά μου τα μέρη, τα ζώα δεν κοιμόντουσαν μαζί με τους ανθρώπους.
Οι στάνες μας ήταν έξω από το χωριό όπως και τα κοτέτσια.

Είχαμε τηλέφωνο, τρεχούμενο καθαρό νερό και πολιτιστικό σύλλογο που μας μαθαίναν και σκάκι, άμα λάχει, όπως οι Βλάχοι (μιας και έχω και λίγο Βλάχικο αίμα μέσα μου).

Της αφιερώνω λοιπόν αυτό το γραπτό γιατί… είπαμε, ο βερεσές τρέχει ακόμη, 30 χρόνια μετά!

Τώρα στα γεράματά σου, κυρά μου νησιώτισσα, θέλω να σου υπενθυμίσω πως… η φουτανιά είναι στο μυαλό και όχι στο σώμα, αν και εσύ ειδικά… κερδίζεις ‘Οσκαρ αλά Αμερικέν και στα δύο !

Θλιβερό εεε ;;;

3 Responses to “Μια θλιβερή ιστορία…”

  1. Πράγματι, θλιβερή.

  2. Ονόματα δε θα πεις;

  3. οσα δε φτανει η αλεπου τα κανει…βερεσεδες


Comments are closed.

%d bloggers like this: