Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ : Μέρος 3ο.

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Συνεχίζοντας το ταξίδι τους έφτασαν στο νησί του Ήλιου. Εκεί έβοσκαν τα κοπάδια του λαμπρού θεού, που τα πρόσεχαν οι δύο κόρες του, η Λαμπετώ και η Φωτεινή. Αμέσως στο μυαλό του Οδυσσέα ήρθε ο χρησμός του Τειρεσία, μα και τα λόγια της Κίρκης. Για να αποφύγει εντελώς τον κίνδυνο ζήτησε από τους άντρες του να συνεχίσουν την κωπηλασία και να προσπεράσουν το νησί. Ο Ευρύλοχος όμως, με πικρά λόγια του παραπονέθηκε λέγοντας πως είναι σκληρός που δεν αφήνει τους συντρόφους του να ξεκουραστούν μετά από τόσες ταλαιπωρίες. Όλοι οι ναύτες συμφώνησαν μαζί του. Ο Οδυσσέας το δέχτηκε, μα πρώτα τους έβαλε να ορκιστούν ότι δε θα πείραζαν τα βόδια του Ήλιου. Κατέβηκαν λοιπόν στην ακρογιαλιά του νησιού, έφαγαν κι αποκοιμήθηκαν.

Όμως την άλλη μέρα άρχισε να φυσάει Σιρόκος (Νοτιάς) και τους εμπόδιζε να ξεκινήσουν πάλι. Αυτό συνεχίστηκε για έναν ολόκληρο μήνα. Τέλειωσαν τα τρόφιμα που είχαν στο αμπάρι και άρχισαν να τρέφονται με κυνήγι και ψάρια.
Ο ΘΕΟΣ ΗΛΙΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΡΜΑ ΤΟΥ

Μια μέρα ο Οδυσσέας τραβήχτηκε στο εσωτερικό του νησιού για να κάνει δέηση στους θεούς να στείλουν ευνοϊκό άνεμο. Τότε οι αθάνατοι του έριξαν βαθύ ύπνο. Στο μεταξύ οι άντρες που έμειναν πίσω, ταλαιπωρημένοι καθώς ήταν από την πείνα, δεν άντεξαν, παραβίασαν τον όρκο τους και έσφαξαν τα βόδια του Ήλιου και τα πέρασαν στις σούβλες. Αργότερα ξύπνησε ο Οδυσσέας και από τη μυρωδιά του ψημένου κρέατος κατάλαβε ότι τους περίμενε μεγάλη συμφορά.
Ήδη η Λαμπετώ έτρεξε και ειδοποίησε τον πατέρα της για την ανόσια πράξη. Αυτός απευθύνθηκε στον Δία και ζήτησε να τους τιμωρήσει. Ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων υποσχέθηκε εκδίκηση και έστειλε αμέσως το πρώτο σημάδι. Τα δαρμένα βόδια που οι άντρες πέρασαν στις σούβλες άρχισαν να μουγκρίζουν σαν να ήταν ζωντανά. Παρόλα αυτά, οι ναύτες για έξι ολόκληρες μέρες έτρωγαν και έπιναν.

Την έβδομη μέρα έπαψε να φυσά Νοτιάς και σήκωσαν αμέσως πανιά. Μόλις όμως απομακρύνθηκαν από το νησί, ένα τεράστιο, κατάμαυρο σύννεφο σκέπασε τον ουρανό και ξέσπασε φοβερή θαλασσοταραχή. Το πλοίο άρχισε να βυθίζεται και τότε ο Δίας το αποτέλειωσε ρίχνοντας ένα αστροπελέκι. Τότε όλοι οι σύντροφοι έπεσαν στη θάλασσα και πνίγηκαν. Μόνο ο Οδυσσέας κατάφερε να γαντζωθεί στην καρίνα του πλοίου και τη χρησιμοποίησε ως σανίδα σωτηρίας.

Σε λίγο άρχισε να λυσσομανάει ο άνεμος προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όλη τη νύχτα το πλοίο παράδερνε στα κύματα και το πρωί βρέθηκε κοντά στα βράχια της Σκύλλας και της Χάρυβδης. Την ώρα εκείνη η Χάρυβδη ρουφούσε το πέλαγος, αλλά ο Οδυσσέας πιάστηκε από τα τεράστια κλαδιά μιας αγριοσυκιάς. Εκεί κρεμόταν για αρκετή ώρα μέχρι το σιχαμερό τέρας να ξεράσει πάλι την καρίνα. Ο Οδυσσέας τότε άφησε τα κλαδιά του δέντρου βούτηξε στη θάλασσα και πιάστηκε από την ξύλινη σανίδα.

ΚΑΛΥΨΩ

Εννιά μερόνυχτα παράδερνε μέχρι που έφτασε στην Ωγυγία, το νησί της Καλυψώς. Αυτή ήταν Νύμφη αθάνατη, κόρη του Άτλαντα. Ζούσε απομονωμένη από θεούς και ανθρώπους, με μόνη συντροφιά τις δούλες της. Για σπίτι είχε μια σπηλιά μέσα στο δάσος. Γύρω από τη σπηλιά απλωνόταν μια κληματαριά φορτωμένη σταφύλια. Τέσσερις βρύσες έτρεχαν αδιάκοπα γάργαρο νερό. Λίγο πιο πέρα απλώνονταν λιβάδια με βιολέτες και άγριους κρίνους.

Η νύμφη περιμάζεψε το ναυαγισμένο ήρωα που ήταν σχεδόν μισοπεθαμένος. Τον περιποιήθηκε, του έδωσε να φάει και να πιει και έγιανε τις πληγές του. Όταν ο Οδυσσέας στυλώθηκε στα πόδια του και ντύθηκε με τους λαμπρούς χιτώνες που του έδωσε, η θεά θαμπώθηκε από την ομορφιά του και τον ερωτεύτηκε. Ήθελε να τον κρατήσει για πάντα κοντά της και του υποσχέθηκε να τον κάνει αθάνατο.

Ο ήρωας έζησε ευτυχισμένος κοντά της εφτά ολόκληρα χρόνια. Όταν όμως άρχισε να τον κυριεύει πάλι η νοσταλγία για τη γλυκιά πατρίδα, η Καλυψώ δεν τον άφηνε να φύγει. Έτσι αυτός περνούσε ώρες ατέλειωτες κλαίγοντας στην ακροθαλασσιά.

Με την υπόθεση του Οδυσσέα ασχολούνταν πολύ συχνά στις συνελεύσεις τους οι θεοί. Η Αθηνά μάλιστα, που προστάτευε τον ήρωα, διαρκώς προσπαθούσε να θυμίσει στους αθάνατους τα ατέλειωτα πάθη του, επισημαίνοντας πως έφτασε η ώρα να επιστρέψει στην Ιθάκη. Έπεισε λοιπόν τον πατέρα της, τον Δία, να τον βοηθήσει. Αυτός έστειλε τον αγγελιοφόρο του, το γοργόφτερο Ερμή, στην Ωγυγία.

Ο Ερμής βρήκε την Καλυψώ μέσα στη σπηλιά της να υφαίνει και να γλυκοτραγουδάει. Η Νύμφη τον περιποιήθηκε με χαρά, μα όταν άκουσε την εντολή του Δία, δηλαδή να αφήσει τον Οδυσσέα να φύγει για την πατρίδα, εξοργίστηκε. Άρχισε να αναφέρει τότε πολλές ιστορίες θεών που ερωτεύτηκαν θνητούς, αλλά οι ζηλιάρηδες θεοί δε τις άφησαν να χαρούν τον έρωτά τους. Τελικά όμως συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε τρόπος να αντισταθεί στη βουλή του Δία.

Όταν έφυγε ο Ερμής, έτρεξε στην παραλία και βρήκε τον αγαπημένο της που αγνάντευε με δάκρυα το πέλαγος. Τότε του είπε με παραπονιάρικη φωνή.

– Μη στενοχωριέσαι και μη βαλαντώνεις στο κλάμα. Έφτασε η ώρα που περίμενες τόσα χρόνια· θα σε στείλω στην πατρίδα σου. Μόνο, σήκω και πιάσε να φτιάξεις μια σχεδία.

Ο Οδυσσέας δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Νόμιζε πως η θεά τον κορόιδευε, γι’ αυτό της ζήτησε να ορκιστεί στο όνομα των αθάνατων Ολυμπίων και στα ιερά νερά της Στύγας. Αφού έγινε αυτό, ξεκίνησαν και οι δύο για τη σπηλιά τους. Εκεί η Καλυψώ ετοίμασε πλούσιο γεύμα για το θνητό άντρα και νέκταρ και αμβροσία για την ίδια. Σε μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να τον κρατήσει κοντά της του είπε:

– Αν ήξερες Οδυσσέα, πόσα πικρά φαρμάκια σε περιμένουν μέχρι να φτάσεις στην Ιθάκη, σίγουρα θα καθόσουν εδώ μαζί μου να σε κάνω αθάνατο.

Όμως ο Οδυσσέας της απάντησε για μια ακόμη φορά πως η μόνη του λαχτάρα ήταν να δει έστω και από μακριά το νησί του. Αφού έφαγαν, πέρασαν το βράδυ αγκαλιασμένοι και χάρηκαν τον έρωτα.

Την άλλη μέρα το πρωί η Καλυψώ τον οδήγησε σ’ ένα δάσος από λεύκες και έλατα και αφού του έδωσε τα κατάλληλα εργαλεία, τον άφησε να φτιάξει τη σχεδία του. Ο ήρωας, χαρούμενος για την απόφαση της Νύμφης, δούλευε με όρεξη από το πρωί ως το βράδυ σαν τον πιο έμπειρο ναυπηγό. Τέσσερις μέρες πέρασαν κι έφτιαξε μια δυνατή και γερή σχεδία. Η Καλυψώ του έδωσε κι ένα κομμάτι καραβόπανο για να περάσει στο κατάρτι του.

Την πέμπτη μέρα η θεά τον έλουσε και τον έντυσε με λαμπρά ευωδιαστά ρούχα. Του έδωσε τροφές και νερό καθώς και ένα ασκί γλυκό, μαύρο κρασί. Αφού τον αποχαιρέτησε θερμά, του έστειλε γλυκό, πρίμο αεράκι για να ξεκινήσει το ταξίδι του.

Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ

Δεκαεφτά ολόκληρες μέρες ταξίδευε και τη δέκατη όγδοη άρχισαν να αχνοφαίνονται τα βουνά από τη χώρα των Φαιάκων. Για κακή τύχη όμως του χιλιοβασανισμένου ήρωα, εκείνη τη στιγμή ο Ποσειδώνας γυρνούσε από μια γιορτή που έκαναν προς τιμή του στη χώρα των Αιθιόπων. Μόλις είδε τον Οδυσσέα κοντά στη στεριά, εξοργίστηκε με τους υπόλοιπους Ολύμπιους που εκμεταλλεύτηκαν την απουσία του και βοήθησαν τον περιγελαστή του γιου του.

Γι’ αυτό ορκίστηκε να τον βασανίσει ακόμη περισσότερο. Αμέσως σκέπασε τη στεριά και τη θάλασσα με μαύρα σύννεφα. Με την τρίαινά του συντάραξε το πέλαγος και σήκωσε τεράστια κύματα. Άρχισαν να φυσάνε μαζί ο Σιρόκος, ο Ζέφυρος και ο Βοριάς.

Τότε τα γόνατα του Οδυσσέα λύθηκαν και η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Λυπόταν που δεν είχε πέσει κι αυτός στο τρωικό πεδίο της μάχης και να ήταν τώρα ένας τιμημένος νεκρός πολεμιστής. Κι ενώ σκεφτόταν αυτά, ένα τεράστιο κύμα χτύπησε τη σχεδία του και τον παρέσυρε στη θάλασσα, ενώ παράλληλα έσπασε το τιμόνι και το κατάρτι της σχεδίας του. Αφού πάλεψε με τα κύματα πολλή ώρα, γιατί τον βάραιναν τα ρούχα που φορούσε, πιάστηκε πάλι από το σκαρί της σχεδίας του, που το παράσερνε ο άνεμος εδώ κι εκεί.

Εκείνη την ώρα ξεπήδησε μέσα από τα κύματα η Λευκοθέα, μια θαλασσινή θεά που προστάτευε τους ναυτικούς και στάθηκε πλάι του πάνω στη σχεδία. Αυτή τον συμβούλεψε να βγάλει τα ρούχα που τον βάραιναν, να εγκαταλείψει τη σχεδία και κολυμπώντας να φτάσει στη στεριά. Τον προειδοποίησε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πνιγεί και του έδωσε ένα μαγικό μαντίλι να δέσει στο σώμα του. Ο Οδυσσέας ακολούθησε φοβισμένος τη συμβουλή της θεάς. Όταν ο Ποσειδώνας τον είδε να παλεύει μονάχος του μέσα στα τεράστια κύματα, έφυγε ικανοποιημένος.

Τότε η Αθηνά σταμάτησε τους υπόλοιπους ανέμους εκτός απ’ το Βοριά, που με τα κύματά του έσπρωχνε τον Οδυσσέα στη στεριά. Δύο μερόνυχτα παράδερνε στην ανεμοζάλη των κυμάτων και την τρίτη μέρα φάνηκαν οι ακτές του νησιού των Φαιάκων. Ο πολυμήχανος βασιλιάς, που είχε μεγάλη πείρα από τη θάλασσα, διαπίστωσε πως οι ακτές ήταν βραχώδεις και τα νερά αρκετά βαθιά. Δε θα μπορούσε λοιπόν να βγει στη στεριά, αφού τα κύματα θα τον χτυπούσαν αλύπητα πάνω στα βράχια. Κι αυτό θα είχε συμβεί, μα ευτυχώς δύο διαδοχικές φορές επενέβη η Αθηνά η Παλλάδα και τον γλίτωσε. Ο Οδυσσέας, τελικά, βρέθηκε στη ροή ενός ποταμού που χυνόταν στο πέλαγος· του απεύθυνε θερμή επίκληση σωτηρίας και ο ποταμός άκουσε την προσευχή του. Σε λίγο ο πολύπαθος ήρωας βρέθηκε στη στεριά.

Η κατάστασή του ήταν πολύ άσχημη. Ήταν πληγωμένος και πρησμένος σ’ ολόκληρο το κορμί του· από το στόμα και τη μύτη του έβγαζε θαλασσινό νερό και στο τέλος λιποθύμησε. Μόλις συνήλθε, έριξε στη θάλασσα το μαντίλι της Λευκοθέας, όπως τον είχε συμβουλέψει η θεά. Έπειτα κατευθύνθηκε στο δάσος που υπήρχε κοντά. Στάθηκε κάτω από δυο ελιές που ήταν τόσο κοντά η μια στην άλλη, ώστε τα κλαδιά τους πλέκονταν και δεν άφηναν να περάσει μήτε το φως του ήλιου, μήτε η βροχή. Εκεί έφτιαξε ένα πρόχειρο στρώμα από χώμα και ξερά φύλλα και έπεσε αποκαμωμένος για ύπνο.

ΝΑΥΣΙΚΑ

Όση ώρα κοιμόταν εκεί ο Οδυσσέας, η Αθηνά εμφανίστηκε στο όνειρο της Ναυσικάς, της βασιλοπούλας των Φαιάκων, και με τη μορφή μιας φιλενάδας της, την παρακίνησε να πάει την άλλη μέρα στο ποτάμι για να πλύνει τα ρούχα της.

Μόλις ξημέρωσε η ροδοδάχτυλη Αυγή, η Ναυσικά έτρεξε στον πατέρα της και ζήτησε να της διαθέσει μια άμαξα για να πραγματοποιήσει αυτό που της παρήγγειλε η Αθηνά. Ο στοργικός πατέρας, που δε χαλούσε χατίρι στη μοναχοκόρη του, έδωσε εντολή να ετοιμαστεί η καλύτερη άμαξα. Η Ναυσικά μάζεψε τα ρούχα όλης της οικογένειας, τα φόρτωσε και ξεκίνησε με τις βάγιες της για το ποτάμι.

Το πλύσιμο των ρούχων γινόταν στο ποτάμι που δέχτηκε τον Οδυσσέα όταν χαροπάλευε με τα κύματα. Εκεί κατευθύνθηκε λοιπόν η άμαξα. Όταν έφτασαν οι νεαρές κοπέλες, έβγαλαν και έπλυναν τα ρούχα στα κρυσταλλένια νερά και τα άπλωσαν στα καθαρά βράχια για να στεγνώσουν.

Μετά λούστηκαν, αλείφτηκαν με μυρωμένο λάδι και έφαγαν νόστιμα φαγητά. Μέχρι να στεγνώσουν τα ρούχα, άρχισαν να παίζουν στις όχθες του ποταμού διάφορα παιχνίδια με την μπάλα.

Την ώρα που σουρούπωνε κι ήταν έτοιμες ν’ αρχίσουν το μάζεμα των ρούχων, η Παλλάδα έκανε τη Ναυσικά να αστοχήσει και να πέσει η μπάλα στο ποτάμι. Τότε οι κοπέλες άρχισαν να γελούν δυνατά. Από τις φωνές ξύπνησε και ο Οδυσσέας που κοιμόταν εκεί κοντά και κατευθύνθηκε προς το μέρος που άκουγε τις φωνές. Αφού πρώτα κάλυψε τα γυμνά του μέλη, εμφανίστηκε στις κοπέλες. Αυτές φοβήθηκαν όταν τον είδαν άπλυτο, άλουστο και καμένο από την αλμύρα και σκορπίστηκαν μακριά. Μονάχα η Ναυσικά, με παρέμβαση της Αθηνάς, στάθηκε να βλέπει τον ξένο.

Ο Οδυσσέας από μακριά μίλησε στη λαμπρή κόρη. Πρώτα παίνεψε την ανείπωτη ομορφιά της που μόνο με της θεάς Άρτεμης μπορούσε να συγκριθεί. Μετά της εξήγησε πως η άγρια θαλασσοταραχή τον έριξε ναυαγό σ’ αυτό το μέρος και της ζήτησε να τον οδηγήσει στην πόλη για να γνωρίσει τους κατοίκους της.

Η Ναυσικά του αποκρίθηκε πως στη χώρα αυτή θα βρει καλόκαρδη φιλοξενία. Τον πληροφόρησε πως έφτασε στο νησί των Φαιάκων που ονομαζόταν Σχερία· εκεί βασίλευε ο ξακουστός Αλκίνοος και η ίδια ήταν η κόρη του η Ναυσικά. Μετά φώναξε τις βάγιες της να περιποιηθούν τον ξένο. Ο Οδυσσέας πλύθηκε, αλείφτηκε με λάδι και φόρεσε όμορφα ρούχα. Η Αθηνά τον έκανε να φαίνεται πιο ψηλός, πιο δυνατός και με σγουρές μπούκλες. Η Ναυσικά θαύμασε την ομορφιά του και ευχήθηκε έναν τέτοιον άντρα να πάρει για σύζυγό της. Έπειτα του έδωσαν να φάει και να πιεί.Μόλις τελείωσε το γεύμα του, η βασιλοπούλα του έδωσε διάφορες οδηγίες. Τον συμβούλεψε να ακολουθήσει την άμαξά της, μέχρι να φτάσουν στην είσοδο της πόλης. Εκεί να σταθεί για λίγο σ’ ένα δασάκι που ήταν αφιερωμένο στην Αθηνά. Όταν θα υπολόγιζε ότι πέρασε αρκετή ώρα ώστε η ίδια και οι βάγιες της να έφταναν στο παλάτι, τότε να κατευθυνόταν κι αυτός προς τα εκεί, να μπει στο παλάτι και να προσπέσει ικέτης στα πόδια της βασίλισσας Αρήτης.

Αυτά του είπε και χτύπησε με το καμτσίκι τα πουλάρια της άμαξας. Ο ήρωας προσευχήθηκε στην Αθηνά να φροντίσει, ώστε να τον καλοδεχτούν οι Φαίακες.

Όταν οι κοπέλες έφτασαν έξω απ’ το παλάτι, οι γιοι του Αλκίνοου έτρεξαν να υποδεχτούν τη μονάκριβη αδερφή τους. Μια και δυο κίνησε και ο Οδυσσέας. Η Αθηνά τον τύλιξε μ’ ένα σκοτεινό σύννεφο για να μην τον δει κανείς. Η ίδια μεταμορφωμένη σε θνητή κοπέλα παρουσιάστηκε μπροστά του. Ο ανύποπτος άντρας της ζήτησε να τον οδηγήσει στο παλάτι. Στο δρόμο η Αθηνά του έδωσε πληροφορίες για τη βασιλική οικογένεια, η οποία είχε θεϊκή καταγωγή. Ο Ποσειδώνας κάποτε έσμιξε με την Περίβοια και γεννήθηκε ο Ναυσίθοος που βασίλεψε στους Φαίακες. Γιοι του ήταν ο Ρηξήνορας που διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο και ο Αλκίνοος. Ο νέος βασιλιάς όμως καυχήθηκε πως ήταν ανώτερος στο τόξο από τον Απόλλωνα, γι’ αυτό ο Φοίβος τον σκότωσε με τα βέλη του. Έτσι ο Αλκίνοος ανέλαβε το θρόνο και έκανε σύζυγο του την ανιψιά του, την κόρη του Ρηξήνορα, την Αρήτη. Η Αθηνά του τόνισε κι αυτή, όπως και η Ναυσικά, ν’ απευθυνθεί πρώτα στη βασίλισσα, γιατί είχε περίσσεια γνώση και όλη τη σέβονταν και την άκουγαν.Μόλις έφτασαν μπροστά στο παλάτι, η Αθηνά έφυγε για τον Μαραθώνα και ο πολύπαθος άντρας έμεινε να θαυμάζει τον πλούτο και την πολυτέλεια του ανακτόρου.

Το οικοδόμημα ήταν αστραφτερό και έλαμπε σαν τον ήλιο. Οι τοίχοι ήταν χάλκινοι με μια λωρίδα από γαλάζιο γυαλί. Οι εσωτερικές πόρτες ήταν χρυσές. Στο κατώφλι το πάτωμα ήταν χάλκινο και οι κολόνες ασημένιες. Υπήρχαν δυο σκυλιά, ένα χρυσό και ένα ασημένιο, που τα είχε φτιάξει ο Ήφαιστος, και τα οποία φύλαγαν αθάνατο κι αγέραστο το παλάτι. Γύρω στον τοίχο υπήρχαν πέτρινοι θρόνοι, στρωμένοι με ψιλοδουλεμένα υφαντά. Σε καλοχτισμένες βάσεις ορθώνονταν ολόχρυσα αγάλματα εφήβων που στα χέρια τους κρατούσαν δάδες για να φέγγουν τη νύχτα.

Γύρω από το παλάτι απλωνόταν τεράστιο περιβόλι τεσσάρων στρεμμάτων. Ήταν γεμάτο με ψηλά δέντρα: αχλαδιές, ροδιές, μηλιές, συκιές και ελιές που έβγαζαν γλυκούς καρπούς όλες τις εποχές του χρόνου, γιατί η χώρα είχε ήπιο κλίμα συνέχεια. Επίσης παραπέρα υπήρχε ένα τεράστιο αμπέλι φορτωμένο γλυκά σταφύλια. Άλλα τα ξέραιναν και το έκαναν σταφίδες, άλλα τα γεύονταν μετά το πλούσιο φαγοπότι και άλλα τα πατούσαν για να φτιάξουν γλυκό κρασί. Επιπλέον δύο βρύσες έτρεχαν συνέχεια γάργαρο νερό· η μια πότιζε το περιβόλι και η άλλη υδροδοτούσε ολόκληρη την πόλη.

Αφού χόρτασε το μάτι του Οδυσσέα να θαυμάζει, μπήκε στο παλάτι την ώρα που οι άρχοντες έκαναν σπονδή στον Ερμή. Χωρίς να τον βλέπουν οι υπόλοιποι, με παρέμβαση της Αθηνάς, έφτασε μπροστά στην Αρήτη και άπλωσε ικετευτικά το χέρι του στα γόνατά της. Τότε έγινε ορατός από όλους.

Αμέσως παρακάλεσε τη βασίλισσα να τον στείλει στην πατρίδα του και έπειτα κάθησε πάνω στη στάχτη της εστίας. Ο Αλκίνοος έδωσε εντολή να περιποιηθούν τον ξένο και να του δώσουν να φάει. Αφού συνεχίστηκε το συμπόσιο και η ώρα πέρασε, κάλεσε τους υπόλοιπους άρχοντες να αποχωρήσουν για τα σπίτια τους. Ο ίδιος θα έβλεπε πώς θα έστελνε τον ξένο στην πατρίδα του, αν βέβαια ήταν κάποιος θνητός και όχι αθάνατος που δοκίμαζε την ευσέβειά του. Ο Οδυσσέας τον διαβεβαίωσε πως ήταν θνητός, πολύ ταλαιπωρημένος και έκανε δεύτερη έκκληση για βοήθεια.

Όταν έμειναν μόνοι τους στο παλάτι, η Αρήτη γνώρισε τα ρούχα του Οδυσσέα και τον ρώτησε ποιος ήταν και πού τα βρήκε. Αυτός της διηγήθηκε όσα πέρασε κατά την εφτάχρονη παραμονή του στην Ωγυγία, κοντά στη Νύμφη Καλυψώ, καθώς και τις περιπέτειες που είχε μέχρι να φτάσει στο νησί τους, τη Σχερία.

Μετά αποκάλυψε πως τα ρούχα του τα είχε δώσει η Ναυσικά όταν τον συνάντησε ναυαγό στις όχθες του ποταμού. Ο Αλκίνοος που ενθουσιάστηκε από τον ξένο, έκανε δέηση στους θεούς να τον κάνει γαμπρό του· όταν όμως είδε την ταραχή του, υποσχέθηκε πως θα τον στείλει στην πατρίδα του. Σε λίγο η Αρήτη έβαλε τις βάγιες να ετοιμάσουν τον ξενώνα και ο Οδυσσέας έπεσε για ύπνο.

Την άλλη μέρα το πρωί ο Αλκίνοος με τον Οδυσσέα πήγαν στην αγορά η οποία βρισκόταν κοντά στο λιμάνι. Η Αθηνά μεταμορφωμένη σε κήρυκα, κάλεσε όλους τους κατοίκους να συγκεντρωθούν για να γνωρίσουν τον ξένο. Ο Αλκίνοος τους προέτρεψε να στείλουν ένα καινούριο πλοίο με πενήντα δύο νέους για να συνοδεύσει τον ξένο στην πατρίδα του και όλοι συμφώνησαν. Στη συνέχεια τους κάλεσε όλους για γλέντι στο παλάτι.

Οι αυλές και οι σάλες γέμισαν από κόσμο. Μετά το φαγοπότι φώναξαν τον τυφλό τραγουδιστή, τον Δημόδοκο, για να τους διασκεδάσει. Αυτός ξεκίνησε μ’ ένα τραγούδι που αναφερόταν σε μια διαμάχη του Οδυσσέα με τον Αχιλλέα στη διάρκεια του πολέμου. Ο Ιθακήσιος βασιλιάς συγκινήθηκε και δάκρυσε. Ο Αλκίνοος που τον αντιλήφθηκε, κάλεσε όλους τους καλεσμένους να βγουν έξω για αγωνίσματα.

Όλα τα αρχοντόπουλα έλαβαν μέρος στην πυγμαχία, την τοξοβολία και το τρέξιμο. Ο Λαοδάμας, ο γιος του Αλκίνοου, κάλεσε και τον ξένο να λάβει μέρος στα αγωνίσματα. Τότε όμως ο Ευρύαλος, ένα νεαρό αρχοντόπουλο, μίλησε πικρά και ειρωνικά στον Οδυσσέα, λέγοντάς του πως δεν τον είχε ικανό για τέτοιες δραστηριότητες. Αυτός προσβλήθηκε από τα λόγια του νεαρού και τον επέπληξε για την αμυαλοσύνη του. Εκνευρισμένος καθώς ήταν, άρπαξε το μεγαλύτερο δίσκο που βρήκε μπροστά του και τον τίναξε πιο μακριά απ’ όλα τα σημεία. Στη συνέχεια, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παρευρισκομένων, προσκάλεσε οποιονδήποτε ήθελε να συναγωνιστεί μαζί του.

Ο Αλκίνοος για να ηρεμήσει τα πνεύματα, είπε στον Δημόδοκο να πάρει την κιθάρα του και να τους διασκεδάσει με τη γλυκιά του φωνή, ενώ παράλληλα διαλεχτοί νέοι να σύρουν το χορό. Ο Οδυσσέας διασκέδασε πάρα πολύ με το τραγούδι που αφηγούνταν τις παράνομες ερωτικές σχέσεις της Αφροδίτης με τον Άρη σε βάρος του νόμιμου συζύγου της, του Ήφαιστου.

Το κωμικό τέλος αυτής της ιστορίας προκαλούσε άφθονο γέλιο.

Μετά το χορό και το τραγούδι, ο Αλκίνοος κάλεσε τους υπόλοιπους άρχοντες να φέρουν πολύτιμα δώρα για τον ξένο. Ο Ευρύαλος για να συμφιλιωθεί με τον Οδυσσέα, του χάρισε το χάλκινο σπαθί του που είχε ασημένια χειρολαβή και φιλντισένιο θηκάρι. Όταν και τα υπόλοιπα δώρα συγκεντρώθηκαν, η Αρήτη με προσοχή και τάξη τα τοποθέτησε σ’ ένα μεγάλο σεντούκι για να τα πάρει μαζί του.

Στη συνέχεια ο Οδυσσέας ζήτησε από τον Δημόδοκο να πει ένα τραγούδι σχετικό με τον Δούρειο Ίππο. Όταν όμως άκουσε τα σχετικά γεγονότα, ο πολύπαθος άντρας συγκινήθηκε τόσο, ώστε άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Ο Αλκίνοος κατάλαβε τη συγκίνησή του και κάλεσε τον Δημόδοκο να σταματήσει. Μετά απευθύνθηκε στον Οδυσσέα που ακόμη δεν είχε αποκαλύψει την ταυτότητά του.

– Ξένε, βλέπω πως συγκινείσαι κάθε φορά που ακούς για τον Τρωικό πόλεμο και κάποια θλίψη σε πιάνει. Μα έλα πεσ’ μου πώς σε λένε και από πού είσαι. Τα γοργοτάξιδα καράβια μας, που δε χρειάζονται καπετάνιο, μα έχουν μυαλό και σκέψη, θα σε γυρίσουν γρήγορα στην πατρίδα σου. Μίλα, μήπως έχασες κάποιον συγγενή σου στην Τροία ή κάποιο πολύτιμο φίλο;

Ο πολυμήχανος ήρωας συγκινημένος και βλέποντας πως δεν ήταν δυνατόν να κρατάει κρυφό τ’ όνομά του, απάντησε πως ήταν ο Οδυσσέας, ο γιος του Λαέρτη και βασιλιάς της Ιθάκης. Στη συνέχεια αφηγήθηκε όλες τις φοβερές περιπέτειες που πέρασε ο ίδιος και οι σύντροφοί του, μετά την αναχώρηση από την Τροία. Θυμήθηκε τους Κίκονες, τους Λωτοφάγους, το φοβερό Πολύφημο, τους ανθρωποφάγους Λαιστρυγόνες, την Κίρκη και τη φοβερή κάθοδο στον Άδη.

Όταν τέλειωσε την αφήγησή του, ο Αλκίνοος κάλεσε τους δώδεκα άρχοντες της χώρας να χαρίσουν κι άλλα δώρα στον ένδοξο φιλοξενούμενο. Όλοι συμφώνησαν και του πρόσφεραν από ένα λέβητα και έναν τρίποδα. Ήταν πια περασμένα μεσάνυχτα, όλοι ήταν κουρασμένοι και ο Οδυσσέας ζήτησε να πάει για ύπνο στο καράβι που είχε ετοιμαστεί για το ταξίδι του. Ο Αλκίνοος όμως τον παρακάλεσε να διανυκτερεύσει άλλη μια φορά στο παλάτι του· έτσι κι έγινε.

Την άλλη μέρα το πρωί μαζεύτηκαν όλοι στο καράβι και τοποθέτησαν τα πολύτιμα δώρα στο αμπάρι σύμφωνα με τις οδηγίες του βασιλιά. Κατόπι, πήγαν στο παλάτι όπου έγινε το τελευταίο συμπόσιο προς τιμή του Οδυσσέα. Ο πολυταξιδεμένος βασιλιάς όμως δεν έβλεπε την ώρα να σκοτεινιάσει και να ξεκινήσει για το δρόμο της επιστροφής. Έφτασε κάποτε η ώρα και τον ξεπροβόδισαν από το όμορφο παλάτι. Χαιρέτησε την Αρήτη και τον Αλκίνοο και τους ευχαρίστησε με θερμά λόγια για τη φιλοξενία. Μόλις έφτασε στο καράβι, οι ναύτες του ετοίμασαν μαλακό στρώμα για να κοιμηθεί κι ο Οδυσσέας κατάκοπος έπεσε σε λήθαργο.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ

Το γοργοτάξιδο καράβι όργωνε το πέλαγος και πολύ γρήγορα φάνηκε στον ορίζοντα η Ιθάκη. Άραξαν το πλοίο σ’ ένα μικρό κι απόμερο λιμανάκι. Εκεί κοντά υπήρχε μια σπηλιά όπου κατοικούσαν οι Ναϊάδες. Ο Οδυσσέας συνέχισε να κοιμάται βαθιά. Τότε οι ναύτες του πλοίου τον μετέφεραν με το στρώμα στην ακρογιαλιά και πλάι του τοποθέτησαν όλα τα πλούσια δώρα. Αμέσως μετά ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής. Ο Ποσειδώνας όμως ήταν πολύ οργισμένος με τους Φαίακες που βοήθησαν τόσο πολύ τον Οδυσσέα. Γι’ αυτό την ώρα που το γοργοτάξιδο καράβι πλησίαζε στο λιμάνι της Σχερίας το πέτρωσε και το μεταμόρφωσε σε βράχο.

Στο μεταξύ ο Οδυσσέας στο ακρογιάλι της Ιθάκης ξύπνησε. Η Παλλάδα έριξε πυκνή ομίχλη και γι’ αυτό ο πολυταξιδεμένος ήρωας δεν μπόρεσε να γνωρίσει την περιοχή. Χτυπιόταν κι έκλαιγε, γιατί πίστευε πως οι Φαίακες τον παράτησαν σε ξένη χώρα. Τότε εμφανίστηκε μπροστά του η Παλλάδα μεταμορφωμένη σε βοσκόπουλο.

Αμέσως ο Οδυσσέας ρώτησε με αγωνία σε ποια χώρα έφτασε και η Αθηνά του απάντησε.

– Σίγουρα ξένε θα είσαι από πολύ μακριά για να μην έχεις ακουστά την Ιθάκη που η φήμη της έφτασε μέχρι την Τροία.

Ο Οδυσσέας ανακουφισμένος από την απάντηση, πάντα όμως υποψιασμένος με τόσα που είχε τραβήξει, αφηγήθηκε μια ψεύτικη ιστορία στην Αθηνά-βοσκό. Είπε πως ήταν Κρητικός, αλλά επειδή σκότωσε το γιο του βασιλιά Ιδομενέα δεν μπόρεσε να παραμείνει στη μεγαλόνησο. Κατέφυγε στους Φοίνικες, που θα τον πήγαιναν στην Πύλο, μια θαλασσοταραχή όμως τους έριξε στην Ιθάκη. Αυτός έπεσε σε βαθύ λήθαργο και οι υπόλοιποι τον άφησαν στην ακρογιαλιά, αφού, ευτυχώς, του έβγαλαν έξω από το πλοίο το βιος του.

Η Αθηνά τότε μεταμορφώθηκε σε θνητή, πανώρια κόρη και χαμογελώντας του είπε:

– Παμπόνηρε Οδυσσέα, μόνο θεός σε συναγωνίζεται στα κόλπα και τα ψέματα. Δεν κατάφερες όμως να γνωρίσεις τη θυγατέρα του Δία, που συχνά σε βοήθησα στον Τρωικό πόλεμο και έκανα τους Φαίακες να σε συμπαθήσουν και να σε βοηθήσουν.

Στη συνέχεια του εξήγησε πως τον άφησε τόσα χρόνια να περιπλανιέται γιατί δεν μπορούσε να τα βάλει με το θείο της, τον Ποσειδώνα, που μισούσε τον Οδυσσέα, γιατί τύφλωσε τον Πολύφημο. Έπειτα σκόρπισε την πυκνή ομίχλη και ο Οδυσσέας άρχισε ν’ αναγνωρίζει μια μια τις τοποθεσίες.

Αργότερα κάθησαν κάτω από μια ελιά και συζητούσαν. Η Αθηνά του περιέγραψε την κατάσταση που επικρατούσε στο παλάτι. Εδώ και τρία χρόνια, αρχοντόπουλα από την Ιθάκη και από άλλα νησιά είχαν εγκατασταθεί στο παλάτι και ζητούσαν να παντρευτούν τη γυναίκα του την Πηνελόπη. Εκείνη όμως, που έλπιζε πως θα γυρνούσε κάποτε ο άντρας της, τους ξεγελούσε με αβέβαιες υποσχέσεις. Επίσης του είπε νέα για το γιο του, τον Τηλέμαχο. Αυτός με δική της προτροπή ταξίδεψε σε διάφορες πόλεις αναζητώντας τον πατέρα του και κατέληξε στη Σπάρτη όπου και φιλοξενείται στο παλάτι του Μενέλαου.

Έπειτα, αφού τον βοήθησε να κρύψει τα δώρα των Φαιάκων σε μια σπηλιά, τον μεταμόρφωσε σε ζητιάνο για να μην τον γνωρίσει κανένας. Ρυτίδωσε το πρόσωπό του, χάλασε τα σγουρά μαλλιά του και θάμπωσε τα μάτια του. Κατόπι του φόρεσε ένα παλιό κουρέλι και μια προβιά μαδημένη. Του έδωσε στο χέρι ένα ραβδί και τον συμβούλεψε να πάει πρώτα στον πιστό χοιροβοσκό του, τον Εύμαιο. Η ίδια αναχώρησε για τη Λακεδαίμονα, να συναντήσει τον Τηλέμαχο.

ΑΝΤΑΜΩΣΗ ΜΕ ΤΟ ΓΙΟ ΤΟΥ

Ο Οδυσσέας τράβηξε το μονοπάτι που οδηγούσε στην καλύβα του χοιροβοσκού. Αυτός δεν ήταν δούλος από τη γέννησή του. Αντίθετα, πατέρας του ήταν ο βασιλιάς Κτήσιος που κυβερνούσε τις δύο πολιτείες της Συρίας, ενός νησιού που βρισκόταν στην άκρη του κόσμου.

Όμως σε παιδική ηλικία έπεσε θύμα κουρσάρων και μετά από πολλές περιπέτειες κατέληξε να τον πουλήσουν ως δούλο στην Ιθάκη. Εκεί τον αγόρασε ο Λαέρτης και η Αντίκλεια τον ανέθρεψε σαν δικό της παιδί.

Όταν έφτασε ο Οδυσσέας μεταμορφωμένος πάντα σε ζητιάνο, βρήκε τον Εύμαιο να κάθεται στο υπόστεγο της καλύβας. Πλάι του κάθονταν τέσσερα σκυλιά. Οι βοσκοί που είχε για βοηθούς έλειπαν. Μόλις τα σκυλιά μυρίστηκαν τον ξένο, όρμησαν καταπάνω του. Ο Εύμαιος τα έδιωξε με πέτρες και πήρε τον ξένο στην καλύβα του να τον φιλέψει. Όταν μπήκαν μέσα, ο χοιροβοσκός θυμήθηκε τον αφέντη του, που αν αυτή την ώρα ήταν εκεί, θα τον αντάμειβε πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες του. Δυστυχώς όμως έφυγε για την Τροία και από τότε χάθηκε.

Ενώ αφηγούνταν όλα αυτά, ετοίμαζε το γεύμα, χοιρινό κρέας και κρασί. Έπειτα άρχισε να μιλάει για την κατάσταση στο παλάτι. Οι ξεδιάντροποι μνηστήρες της βασίλισσας τρώνε την περιουσία του αφέντη του και μέσα σ’ όλα αυτά ο Τηλέμαχος, το βασιλόπουλο, έφυγε για να συλλέξει πληροφορίες για τον πατέρα του. Ο μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο Οδυσσέας του είπε πως ίσως γνώριζε τον αφέντη του. Ο χοιροβοσκός το απέκλεισε προσθέτοντας πως πολλοί ξένοι ξεγέλασαν την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο, λέγοντας ψεύτικα νέα για το βασιλιά, για να κερδίσουν την πλούσια φιλοξενία τους. Σίγουρα όμως ο Οδυσσέας, γιατί έτσι ονομαζόταν ο αφέντης του, έχει πεθάνει.

Στη συνέχεια ο πολυμήχανος Οδυσσέας αφηγήθηκε μια πλαστή ιστορία, εμπλουτισμένη με πολλές λεπτομέρειες από τις αληθινές του περιπέτειες. Ήταν νόθος γιος ενός πλούσιου Κρητικού, που όμως τον αγαπούσε σαν αληθινό του παιδί. Μετά το θάνατο του πατέρα του παντρεύτηκε μια νοικοκυροπούλα. Το μυαλό του ήταν διαρκώς στα ταξίδια και τις περιπέτειες, γι’ αυτό έγινε πειρατής. Όταν ο Ιδομενέας ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Αγαμέμνονα και έστειλε στόλο στην Τροία, συμμετείχε και ο ίδιος ως αρχηγός στο κρητικό στράτευμα. Έτσι γνώρισε και τον Οδυσσέα. Μετά την επιστροφή από το τρωικό κάστρο του μπήκε η ιδέα να ταξιδέψει στην Αίγυπτο. Εκεί έμεινε εφτά χρόνια και μάζευε πλούτη. Κάποτε ακολούθησε ένα Φοίνικα στη χώρα του, αλλά στη διάρκεια του ταξιδιού ξέσπασε καταιγίδα. Αυτός ήταν ο μόνος που σώθηκε παλεύοντας εννιά μερόνυχτα με τα κύματα. Τελικά βγήκε στη χώρα των Θεσπρωτών, όπου τον καλοδέχτηκαν. Εκεί έμαθε τα τελευταία νέα για τον Οδυσσέα. Ο βασιλιάς της χώρας Φείδωνας φιλοξενούσε τον πολυταξιδεμένο ήρωα, αλλά εκείνες τις μέρες είχε πάει στη Δωδώνη για να ζητήσει χρησμό από τον Δία σχετικά με την επιστροφή του στην Ιθάκη. Ο ίδιος δεν μπόρεσε να συναντήσει τον Οδυσσέα, γιατί ο Φείδωνας τον έστειλε μ’ ένα καράβι στο Δουλίχι. Οι άντρες του καραβιού του φόρεσαν κουρελιασμένα ρούχα και ήθελαν να τον πουλήσουν για δούλο. Όταν έφτασαν στην Ιθάκη, τον έδεσαν και βγήκαν στην ακρογιαλιά για δείπνο. Αυτός λύθηκε με τη βοήθεια των θεών και βγήκε κολυμπώντας στη στεριά. Έτσι βρέθηκε και στο καλύβι του χοιροβοσκού.

Όλη αυτή η ιστορία συγκίνησε τον Εύμαιο, μα επέμενε πως ο ξένος έλεγε ψεύτικα λόγια για τον Οδυσσέα.

Σε λίγο ήρθαν και οι υπόλοιποι βοσκοί από τις δουλειές τους. Έφαγαν όλοι μαζί πλούσιο γεύμα, αφού θυσίασαν στους Ολύμπιους θεούς. Σαν ήρθε η ώρα να πέσουν για ύπνο ο Οδυσσέας – ζητιάνος, επειδή κρύωνε, σκαρφίστηκε μια πολύ έξυπνη ιστορία για να ζητήσει με έμμεσο τρόπο μια κάπα· αφηγήθηκε ένα πλαστό επεισόδιο από τον Τρωικό πόλεμο. Ο Εύμαιος κατάλαβε το νόημα και έδωσε στον ξένο την κάπα του. Ο ίδιος, πιστός καθώς ήταν στον αφέντη του, δεν κοιμήθηκε στη σπηλιά παρά πήγε να ξαπλώσει πλάι στα κοπάδια για να τα φυλάει καλύτερα.

Την επόμενη μέρα το πρωί οι βοσκοί ξύπνησαν και άρχισαν να εκτελούν τις καθιερωμένες δουλειές τους. Το απόγευμα, την ώρα του φαγητού, ο Οδυσσέας – ζητιάνος είπε στο χοιροβοσκό πως σκεφτόταν να πάει στη χώρα να ζητιανέψει και να μιλήσει με τους μνηστήρες, μήπως του έδιναν κάτι να φάει και να ντυθεί. Ο Εύμαιος τον προειδοποίησε πως οι μνηστήρες θα του φέρονταν άσχημα. Εξάλλου, δεν υπήρχε πρόβλημα να μείνει στο κονάκι του όσο ήθελε. Ο Οδυσσέας ευχαρίστησε θερμά τον Εύμαιο και ζήτησε με έμμεσο τρόπο να μάθει πληροφορίες για τους γονείς του. Ο χοιροβοσκός τότε αναφέρθηκε στο χαμό της Αντίκλειας, που πέθανε από τον καημό του γιου της που δε γύρισε από την Τροία και στα άσχημα γεράματα που περνούσε ο Λαέρτης στο εξοχικό του σπίτι, δουλεύοντας σαν δούλος. Στη συνέχεια ο Οδυσσέας ρώτησε για την ιστορία του Εύμαιου, προσποιούμενος βέβαια πως δεν τη γνώριζε. Αυτός του περιέγραψε με λεπτομέρειες όλο το χρονικό της αρπαγής του. Με τις κουβέντες όμως είχαν φτάσει περασμένα μεσάνυχτα και οι δύο άντρες έπεσαν για ύπνο.

Με την αυγή της επόμενης μέρας ξύπνησαν, άναψαν φωτιά και ετοίμασαν να φάνε πρωινό. Εκείνη την ώρα ακούστηκαν βήματα και τα τσομπανόσκυλα κουνούσαν παιχνιδιάρικα την ουρά τους· κάποιο γνωστό πρόσωπο είχε έρθει. Πραγματικά, σε λίγο φάνηκε στην είσοδο της καλύβας ο Τηλέμαχος. Η Αθηνά είχε πάει στο ανάκτορο της Σπάρτης και τον μάλωσε που αργούσε τόσο πολύ να γυρίσει στην Ιθάκη. Αμέσως ο γιος του Οδυσσέα αποχαιρέτησε τον Μενέλαο και την Ελένη, έφυγε για την Πύλο και από εκεί με το γοργοτάξιδο καράβι του έφτασε στην Ιθάκη. Άραξαν πρώτα στο ερημικό νησάκι που είχαν αφήσει οι Φαίακες τον Οδυσσέα και ο Τηλέμαχος κατευθύνθηκε προς το χοιροστάσιο του Εύμαιου. Μετά το καράβι συνέχισε για το κεντρικό λιμάνι της Ιθάκης.

Ο πιστός χοιροβοσκός, που λάτρευε τον Τηλέμαχο, σάστισε μόλις τον είδε. Του έπεσε από τα χέρια το ξύλινο δοχείο που κρατούσε και άρχισε να τον αγκαλιάζει και να τον φιλάει με δάκρυα στα μάτια, γιατί πίστευε πως δε θα γυρνούσε ποτέ από το ταξίδι του. Ο Τηλέμαχος ζήτησε να μάθει νέα από το παλάτι και τη μητέρα του. Ο Εύμαιος τον διαβεβαίωσε για την πίστη και την εγκαρτέρησή της. Μετά έστρωσε τραπέζι για να φάνε, σύστησε τον ξένο (τον Οδυσσέα ζητιάνο) στον Τηλέμαχο και του ζήτησε να τον φιλοξενήσει. Το νεαρό παλικάρι δήλωσε την αδυναμία του, γιατί στο παλάτι είχε ν’ αντιμετωπίσει τους αγνώμονες και ξετσίπωτους μνηστήρες. Το καλύτερο θα ήταν να παραμείνει ο ξένος στη στάνη και να του στείλει εκεί τα δώρα της φιλοξενίας.

Ο Οδυσσέας ζητιάνος πήρε το λόγο και αναρωτήθηκε, μήπως ο Τηλέμαχος ήταν μισητός στο λαό ή μαλωμένος με τ’ αδέρφια του και δεν τολμούσε να διώξει τους μνηστήρες. Ο νέος αποκρίθηκε πως ήταν αγαπητός στο λαό, αλλά δεν είχε αδέρφια να του συμπαρασταθούν. Εξάλλου, οι μνηστήρες ήταν πολυάριθμοι και μάλιστα αρχοντόπουλα με δύναμη. Στη συνέχεια έδωσε εντολή στον Εύμαιο να ειδοποιήσει τη μητέρα του πως γύρισε από την Πύλο, καθώς και την Ευρύκλεια, την πιστή οικονόμο του παλατιού, για να το πει στο γερο Λαέρτη.

Όταν αποχώρησε ο Εύμαιος, η Αθηνά αποφάσισε πως έφτασε η ώρα ν’ αποκαλύψει ο Οδυσσέας την πραγματική του ταυτότητα στο γιο του. Κάλεσε μ’ ένα νεύμα τον πολυμήχανο άντρα έξω από το καλύβι και του έδωσε την κανονική του μορφή. Τον άγγιξε με χρυσό ραβδί και αμέσως τα ρούχα του έγιναν όμορφα και καθαρά, το σώμα του απέκτησε δύναμη και τα μαλλιά του και τα γένια του πήραν μαύρο χρώμα. Μόλις γύρισε στην καλύβα, ο Τηλέμαχος είδε τη μεταμόρφωσή του, νόμιζε πως ήταν κάποιος θεός και τρέμοντας άρχισε να του τάζει θυσίες. Ο πολύπαθος άντρας τότε αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα. Δεν ήταν όμως εύκολο για τον Τηλέμαχο μετά από είκοσι χρόνια να τον πιστέψει. Ο πατέρας του τον διαβεβαίωσε πως όλα έγιναν σύμφωνα με τη θέληση της Αθηνάς. Τότε πατέρας και γιος αγκαλιάστηκαν και έκλαιγαν ώρες ολόκληρες.

Όταν σταμάτησαν, ο Οδυσσέας άρχισε να σκέφτεται πώς θα εξόντωναν οι δυο τους τους μνηστήρες. Ο Τηλέμαχος απάντησε πως ήταν αδύνατο να τα καταφέρουν, γιατί οι μνηστήρες ήταν εκατόν οκτώ και είχαν μαζί τους βοηθούς. Μα ο έμπειρος άντρας τον διαβεβαίωσε πως θα τα κατάφερναν με τη βοήθεια του Δία και της Αθηνάς και άρχισε να του δίνει οδηγίες. Έπρεπε να πάει γρήγορα στο παλάτι· σε λίγο θα έφτανε και ο ίδιος, αλλά μεταμορφωμένος σε ζητιάνο. Επίσης, του ζήτησε να μαζέψει τα όπλα από τη μεγάλη σάλα και ν’ αφήσει μόνο δύο πανοπλίες. Τέλος, του επισήμανε πως δεν έπρεπε ν’ αποκαλύψει την επιστροφή του ούτε στη μητέρα του ούτε στον Λαέρτη ούτε στον Εύμαιο, γιατί πρώτα ήθελε να δοκιμάσει τους ανθρώπους του παλατιού.

Την ώρα που βασίλευε ο ήλιος επέστρεψε στην καλύβα και ο Εύμαιος. Η Αθηνά πρόλαβε και μεταμόρφωσε πάλι τον Οδυσσέα σε ζητιάνο. Αυτός πληροφόρησε τον Τηλέμαχο ότι έδωσε κρυφά στην Πηνελόπη το μήνυμα της επιστροφής του, μα ο κήρυκας του καραβιού που έφερε τον Τηλέμαχο ανάγγειλε δυνατά την επιστροφή του μπροστά στις δούλες και τους μνηστήρες. Κατόπι ετοίμασε τραπέζι, έφαγαν και πλάγιασαν να κοιμηθούν.

Σαν ξημέρωσε η ροδοδάχτυλη Αυγή, ο Τηλέμαχος ετοιμάστηκε να φύγει για το παλάτι. Μα πρώτα έδωσε παραγγελιά στον Εύμαιο να οδηγήσει τον Οδυσσέα ζητιάνο στη χώρα για να ζητιανέψει, μια και ο ίδιος δεν μπορούσε να τον φιλοξενήσει.

Ο χοιροβοσκός ξαφνιάστηκε από τη μεταστροφή του παλικαριού, υπάκουσε όμως χωρίς καμιά συζήτηση, γιατί έτσι είχε μάθει από μικρός. Μ’ αυτόν τον τρόπο άρχισε να μπαίνει σε εφαρμογή το σχέδιο που κατέστρωσαν πατέρας και γιος την προηγούμενη μέρα.

Όταν ο ήλιος ζέστανε για τα καλά, ξεκίνησαν και ο Οδυσσέας ζητιάνος με τον Εύμαιο για τη χώρα. Την ώρα που έφταναν στην είσοδο της πόλης, κοντά σε μια μαρμάρινη βρύση, συνάντησαν τον Μελάνθιο, ένα βοσκό που κουβαλούσε κατσικάκια του γάλακτος στους μνηστήρες. Αυτός δεν έμεινε πιστός στον παλιό του αφέντη, αλλά είχε αποκτήσει καλές σχέσεις με τους μνηστήρες. Μόλις τους είδε μάλωσε με άσχημα και προσβλητικά λόγια τον Εύμαιο που κουβαλούσε ένα βρομερό ζήτουλα στο παλάτι για να ζητιανέψει. Έπειτα έδωσε μια γερή κλοτσιά στα πλευρά του Οδυσσέα. Αυτός έβραζε από το θυμό του, μα συγκρατήθηκε την τελευταία στιγμή. Ο πιστός χοιροβοσκός ξέσπασε σε κατάρες και απειλές προκαλώντας τον Δία να φέρει πίσω τον Οδυσσέα. Ο άπιστος χοιροβοσκός απομακρύνθηκε και έφτασε πρώτος στο παλάτι.
Σε λίγη ώρα έφτασαν και ο Εύμαιος με τον Οδυσσέα. Ήταν η πρώτη φορά, μετά από είκοσι χρόνια, που ο πολύπαθος βασιλιάς έβλεπε το σπίτι του. Η συγκίνησή του ήταν μεγάλη, όμως έπρεπε να συγκρατηθεί για να μην τον αναγνωρίσουν. Στο κατώφλι είδε να κυλιέται γερασμένος, βρόμικος και λιγδερός ο αγαπημένος σκύλος του, ο Άργος. Αυτός ήταν ένα δυνατό κυνηγετικό σκυλί που δεν του ξέφευγε θήραμα. Πέρασαν όμως τα χρόνια και επιπλέον δεν υπήρχε κανένας να το φροντίζει συστηματικά. Μόλις αντίκρισε τον κύριό του ο Άργος, τον γνώρισε αμέσως, αλλά δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί για να πάει κοντά του· μόνο έβγαλε δυο τρεις παραπονιάρικες φωνές και ξεψύχησε.

Πρώτος ο Εύμαιος μπήκε στη μεγάλη σάλα όπου γλεντούσαν οι μνηστήρες. Μόλις τον είδε ο Τηλέμαχος, τον φώναξε κοντά του. Ακολούθησε ο Οδυσσέας ζητιάνος, που άρχισε να ζητιανεύει. Οι μνηστήρες αναρωτιούνταν μεταξύ τους ποιος ήταν ο ξένος. Ο Αντίνοος, ένας από τους πιο γνωστούς μνηστήρες, τα έβαλε με τον Εύμαιο, όταν έμαθε πως αυτός τον είχε κουβαλήσει. Ο Οδυσσέας ζήτησε από τον Αντίνοο να του προσφέρει κάτι όπως έκαναν οι υπόλοιποι μνηστήρες, γιατί ήταν ο πιο πλούσιος απ’ όλους. Μετά του διηγήθηκε συνοπτικά την ψεύτικη ιστορία που είχε πει στον Εύμαιο και τον επέπληξε για την ανάρμοστη συμπεριφορά σ’ έναν ξένο. Ο Αντίνοος χολωμένος του πέταξε ένα σκαμνί και χτύπησε το δεξί του ώμο. Ο Οδυσσέας έμεινε ατάραχος, γιατί φοβόταν να μην προδοθεί, όμως οι άλλοι μνηστήρες κακολογούσαν τον Αντίνοο.

Όταν η Πηνελόπη έμαθε όσα είχαν συμβεί, στενοχωρήθηκε πολύ και ευχήθηκε να χαθεί ο Αντίνοος από τα μάτια του κόσμου. Στη συνέχεια παρακάλεσε τον Εύμαιο να της φέρει τον καινούριο ζητιάνο, μήπως είχε κάποιο νέο από τον Οδυσσέα. Αυτός όμως της έστειλε μήνυμα ν’ ανταμώσουν το βράδυ, κρυφά από τα μάτια των μνηστήρων.

Το απόγευμα ο Εύμαιος έφυγε για το μαντρί του, λέγοντας στον Τηλέμαχο πως θα ερχόταν την επόμενη μέρα για να φέρει καινούρια σφαχτά.

Εκείνη την ώρα μπήκε στο παλάτι ένας άλλος ζητιάνος, που ήταν γνωστός στους μνηστήρες και ονομαστός για τη λαιμαργία του και την αρπαχτική του διάθεση. Το όνομα του ήταν Αρναίος.

Οι μνηστήρες όμως, επειδή τον έστελναν συνέχεια για θελήματα, του κόλλησαν το παρατσούκλι Ίρος, δηλαδή το αρσενικό όνομα της Ίριδας που έκανε τα θελήματα των θεών. Μόλις είδε τον Οδυσσέα ζητιάνο να κάθεται στο κατώφλι, θύμωσε και του μίλησε με σκληρά λόγια.

– Φύγε από δω, άχρηστε άνθρωπε, γιατί θα σε αρπάξω από τα πόδια και θα σε σύρω έξω.

Ο Οδυσσέας τον λοξοκοίταξε και τον απείλησε πως θα τον χτυπούσε παρόλο που ο ίδιος ήταν γέρος ενώ ο Ίρος νέος. Αυτός όμως απάντησε πάλι με βρισιές.

Όταν ο Αντίνοος αντιλήφθηκε τον καβγά τους, του ήρθε η ιδέα να βάλει τους δυο ζητιάνους να παλέψουν για να διασκεδάσουν οι υπόλοιποι με το θέαμα. Μάλιστα, όποιος από τους δυο νικούσε, θα είχε διπλό έπαθλο. Θα έπαιρνε όποια γιδοκοιλιά ήθελε από εκείνες που ψήνονταν στα κάρβουνα και στο εξής θα ήταν ο μόνος που θα έμπαινε για ζητιανιά στο παλάτι.

Ο Οδυσσέας δέχτηκε, αλλά πρώτα ζήτησε από τους μνηστήρες να ορκιστούν πως δε θα έπαιρναν το μέρος του Ίρου και δε θα τον βοηθήσουν. Αφού εξασφάλισε την ουδετερότητά τους και άκουσε λόγια εμψυχωτικά από τον Τηλέμαχο, έφτιαξε πάνω του τα κουρέλια που φορούσε. Τότε φάνηκαν οι τετράπλατοι ώμοι του, τα χοντρά μπράτσα του και οι γυμνασμένοι μηροί του. Ο Ίρος μόλις αντίκρισε τα θεϊκά του μέλη, άρχισε να τρέμει και να τον κόβει κρύος ιδρώτας. Ο Αντίνοος τον επέπληξε για τη δειλία του και τον απείλησε πως θα τον έστελνε στο βασιλιά της Ηπείρου Έχετο, που μεταχειριζόταν βάρβαρα τους ξένους, για να του κόψει τ’ αυτιά και τη μύτη και να τα δώσει στους σκύλους.

Η πάλη άρχισε και ο Οδυσσέας μ’ ένα χτύπημα κάτω από το αυτί του αντιπάλου, τον έβγαλε εκτός μάχης. Του τσάκισε τα κόκαλα και αυτός άρχισε να φτύνει αίμα από το στόμα του. Οι μνηστήρες έσκασαν στα γέλια και ο Οδυσσέας πιάνοντας τον Ίρο από το ένα πόδι τον έσυρε έξω στην αυλή. Ο Αντίνοος τότε του έδωσε μια καλή γιδοκοιλιά και ο Αμφίνομος, ένας άλλος μνηστήρας, του πρόσφερε ψωμί και κρασί.

Σε λίγο εμφανίστηκε στη μεγάλη σάλα η Πηνελόπη, που με παρέμβαση της Αθηνάς έδειχνε πιο νέα και πιο όμορφη· τη συνόδευαν δυο δούλες. Αυτή μίλησε πρώτα στον Τηλέμαχο και τον επέπληξε για όσα επέτρεψε να συμβούν στον ξένο. Όμως αυτός δικαιολογήθηκε λέγοντας πως τελικά ο ξένος εξόντωσε τον Ίρο. Έπειτα η Πηνελόπη ανακοίνωσε την απόφασή της να παντρευτεί κάποιον από τους μνηστήρες. Τους ζήτησε λοιπόν να της προσφέρουν δώρα για ν’ αποφασίσει.

Όλοι έστειλαν τους δούλους τους να φέρουν δώρα για τη βασίλισσα. Ο Αντίνοος της χάρισε ένα πέπλο, μεγάλο και πλουμιστό, με δώδεκα χρυσές καρφίτσες. Ο Ευρύμαχος ένα ολόχρυσο περιδέραιο πλεγμένο με φίλντισι που έλαμπε σαν τον ήλιο. Ο Ευρυμέδοντας ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με πολύτιμες πέτρες, ψιλοδουλεμένα, και ο Πείσανδρος μια όμορφη καδένα. Η Πηνελόπη αποχώρησε και το γλέντι στη σάλα συνεχίστηκε.

Ο Οδυσσέας ζητιάνος είδε κάποιες δούλες που κάθονταν στην αυλή και πρόσεχαν να μη σβήσουν οι δάδες. Τότε προθυμοποιήθηκε να κάνει αυτή τη δουλειά όλο το βράδυ, για να ασχοληθούν αυτές μ’ άλλες γυναικείες εργασίες. Όμως, η Μελανθώ, η αδερφή του βοσκού Μελάνθιου, που η Πηνελόπη την ανέθρεψε σαν κόρη της, αλλά αυτή δε την τιμούσε καθόλου και έγινε ερωμένη του Ευρύμαχου, τον αποπήρε με πικρά λόγια:

– Ξένε, είσαι αδιάντροπος και ξεμυαλισμένος που δίνεις και διαταγές. Μέθυσες μήπως ή κορδώνεσαι που νίκησες τον Ίρο; Πρόσεξε μη σηκωθεί κανείς πιο δυνατός και σε πετάξει έξω.

Ο Οδυσσέας εξοργισμένος είπε πως θα φωνάξει τον Τηλέμαχο και τότε όλες το έβαλαν στα πόδια.

Σε κάποια στιγμή ο Ευρύμαχος άρχισε να κοροϊδεύει τον Οδυσσέα με λόγια σκληρά και προσβλητικά. Μα κι αυτός του απάντησε με όμοιο τρόπο. Τότε το αρχοντόπουλο κιτρίνισε από τη λύσσα του και άρπαξε ένα σκαμνί να του το εκσφενδονίσει. Ο πολυμήχανος άντρας κατάφερε να προσπέσει στο γόνατο του Αμφίνομου και το σκαμνί πέτυχε τον οινοχόο, που έπεσε καταγής.

Όλοι οι μνηστήρες άρχισαν να αναθεματίζουν τον ξένο που έφερε τόση αναστάτωση. Τότε σηκώθηκε ο Τηλέμαχος και με έμμεσο τρόπο, αλλά αυστηρά, προέτρεψε τους μνηστήρες να φύγουν. Αυτοί σάστισαν με τα λόγια του, μα με παρέμβαση του Αμφίνομου, που ήταν ο πιο γνωστικός απ’ όλους τους μνηστήρες, έκαναν σπονδή και κίνησαν για τα σπίτια τους.

Έτσι απόμειναν στο παλάτι μόνοι ο Οδυσσέας και ο Τηλέμαχος. Αμέσως μετέφεραν τα όπλα της σάλας σε μια αποθήκη, όπως είχαν σχεδιάσει στην καλύβα του Εύμαιου. Για οδηγό τους είχαν την Αθηνά, που μ’ ένα ολόχρυσο λυχνάρι έριχνε άπλετο φως στους διαδρόμους απ’ όπου περνούσαν. Αφού τέλειωσαν, ο Οδυσσέας έστειλε τον Τηλέμαχο για ύπνο, αφού ο ίδιος έπρεπε να συναντηθεί με την Πηνελόπη όπως είχαν συμφωνήσει.

ΑΝΤΑΜΩΣΗ ΜΕ ΤΗ ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Η σεβαστή βασίλισσα κατέβηκε από το γυναικωνίτη όμορφη σαν την Αφροδίτη και κάθησε σ’ έναν πανώριο θρόνο. Στο μεταξύ οι δούλες καθάριζαν το τραπέζι από τα αποφάγια. Εκείνη την ώρα βρήκε πάλι αφορμή η Μελανθώ να τα βάλει με τον ξένο ζητιάνο.

Η Πηνελόπη την αντιλήφθηκε κι αμέσως με αυστηρά λόγια την έδιωξε και πρόσταξε να φέρουν ένα σκαμνί για να κάτσει ο ξένος. Ο Οδυσσέας προσπαθώντας να μην αποκαλύψει την ταυτότητά του, άρχισε να παινεύει τις χάρες της βασίλισσας. Αυτή όμως απάντησε πικραμένη.

– Όλες τις χάρες μου τις πήρε ο Οδυσσέας μαζί του φεύγοντας για την Τροία. Τώρα έχω άλλο μπελά. Όλα τα αρχοντόπουλα του τόπου θέλουν να με παντρευτούν και τρώνε το βιος του.

Μετά του αποκάλυψε το τέχνασμα με το οποίο ξεγελούσε τρία χρόνια τους μνηστήρες. Τους έλεγε πως μόλις ύφαινε ένα σάβανο για το γερο Λαέρτη θα παντρευόταν κάποιον απ’ αυτούς.

Όμως όλη τη μέρα ύφαινε το σάβανο και το βράδυ το ξήλωνε. Κάποιες άτιμες δούλες μαρτύρησαν το τέχνασμά της στους μνηστήρες και δεν είχε άλλη επιλογή παρά να παντρευτεί. Έπειτα ζήτησε να μάθει το όνομα και την καταγωγή του ξένου.

Τότε ο Οδυσσέας της αφηγήθηκε μια παραλλαγή της πλαστής ιστορίας που είχε πει στον Εύμαιο. Ήταν από την Κρήτη, γιος του Δευκαλίωνα και αδερφός του Ιδομενέα. Όταν έγινε η εκστρατεία στην Τροία, αυτός έμεινε στο παλάτι, γιατί ήταν ο μικρότερος αδερφός. Έτσι είχε την τύχη να φιλοξενήσει τον Οδυσσέα που σταμάτησε για λίγο στην Κρήτη.

Η Πηνελόπη δοκίμασε τον ξένο ρωτώντας τι ρούχα φορούσε ο Οδυσσέας. Όταν αυτός της περιέγραψε τη χλαμύδα και το χιτώνα που του είχε χαρίσει η ίδια πριν φύγει, κέρδισε την εμπιστοσύνη της. Επίσης συμπλήρωσε ότι τα τελευταία νέα του πολύπαθου βασιλιά τα έμαθε στη χώρα των Θεσπρωτών: ότι ο σύζυγός της ξέπεσε στη χώρα των Φαιάκων· εκεί τον δέχτηκαν με τιμές και θα τον έστελναν στην Ιθάκη, αλλά αυτός θέλησε πρώτα να μαζέψει θησαυρούς και μετά να γυρίσει στην πατρίδα του. Τέλος, τη διαβεβαίωσε πως έφτασε ο καιρός που θα γύριζε στο παλάτι του.

Η Πηνελόπη έδειξε δυσπιστία στα τελευταία λόγια του. Μετά έδωσε εντολή στις δούλες να του στρώσουν μαλακό κρεβάτι να κοιμηθεί και το πρωί να τον λούσουν και να τον αλείψουν με μυρωμένο λάδι. Ο Οδυσσέας προσποιήθηκε πως δεν ήθελε τέτοιες πολυτέλειες, γιατί είχε ξεσυνηθίσει από τότε που έφυγε από το σπίτι του. Μόνο ζήτησε να του πλύνει τα πόδια κάποια γριά δούλα που ήταν βασανισμένη από τη ζωή. Αμέσως η Πηνελόπη σκέφτηκε την Ευρύκλεια, την παραμάνα που είχε αναθρέψει τον Οδυσσέα.

Αυτή έφερε σε μια χάλκινη λεκάνη ζεστό νερό και γονάτισε μπροστά του. Ο Οδυσσέας φοβήθηκε μήπως η ηλικιωμένη οικονόμα τον αναγνώριζε από μια ουλή που είχε από νεαρό παλικάρι, γι’ αυτό αποτραβήχτηκε από το φως. Η Ευρύκλεια όμως, καθώς του έπλενε τα πόδια, άγγιξε την ουλή του και τον αναγνώρισε αμέσως. Πήγε να μπήξει τις φωνές κλαίγοντας από τη χαρά της και να τον αποκαλύψει στη βασίλισσα. Ο Οδυσσέας της έφραξε το στόμα και την προειδοποίησε να μη μιλήσει, γιατί διαφορετικά θα έβρισκε άθλιο τέλος μαζί με τις υπόλοιπες δούλες. Η γριά παραμάνα τον διαβεβαίωσε για την πίστη και την εχεμύθειά της και έτρεξε να φέρει άλλο νερό, γιατί πάνω στην αναστάτωσή της είχε αναποδογυρίσει τη λεκάνη.

Λίγο πριν πέσουν όλοι για ύπνο, η Πηνελόπη εκμυστηρεύτηκε στον Οδυσσέα ζητιάνο το όνειρο που είχε δει την προηγούμενη νύχτα. Ένας αϊτός όρμησε και κατασπάραξε είκοσι χήνες που ανέτρεφε η ίδια με χαρά. Μετά ο αϊτός με ανθρώπινη φωνή της εξήγησε πως ήταν ο Οδυσσέας που εξόντωσε τους μνηστήρες. Το όνειρο βέβαια ήταν ξεκάθαρο, αλλά η πιστή γυναίκα φοβόταν μήπως ήταν από τα ψεύτικα που ξεγελούσαν τους ανθρώπους.

Στη συνέχεια η Πηνελόπη αποκάλυψε στον ξένο πως θα έβαζε τους μνηστήρες ν’ αγωνιστούν σ’ ένα παράξενο αγώνισμα που τα κατάφερνε ο Οδυσσέας· θα έβαζε δώδεκα τσεκούρια στη σειρά και θα τους προκαλούσε να περάσουν μια σαΐτα από τις δώδεκα τρύπες. Ο Οδυσσέας την παρακίνησε να πραγματοποιήσει τη σκέψη της όσο το δυνατό πιο γρήγορα. Με τις κουβέντες η ώρα πέρασε και σε λίγο αποσύρθηκαν και οι δυο για ύπνο.

Ο Οδυσσέας πλάγιασε στον πρόδομο του παλατιού, γιατί ήθελε να παρακολουθεί τις κινήσεις των ανθρώπων του σπιτιού. Όταν είδε τις ανήθικες βάγιες να ξεπορτίζουν για να κοιμηθούν στα σπίτια των μνηστήρων, η οργή του ήταν απέραντη, αλλά η Αθηνά στάθηκε δίπλα του, τον καθησύχασε και του έδωσε γλυκό ύπνο.

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΤΩΝ ΜΝΗΣΤΗΡΩΝ

Την άλλη μέρα άρχισαν από νωρίς οι προετοιμασίες για τη γιορτή του Απόλλωνα, που γινόταν κάθε πρώτη του μήνα. Κάποιες υπηρέτριες καθάριζαν το σπίτι και άλλες πήγαν στη βρύση για νερό. Σε λίγο έφτασε ο Εύμαιος με τρία διαλεχτά θρεφτάρια από το κοπάδι του και ο Μελάνθιος σαλαγώντας τις πιο καλές του γίδες. Επίσης εμφανίστηκε και ένας τρίτος βοσκός, ο Φοιλίτιος, που έφερνε στους μνηστήρες στέρφες δαμάλες. Αυτός έμοιαζε στο χαρακτήρα με τον καλόκαρδο Εύμαιο. Συγκινήθηκε πολύ όταν είδε τον ξένο ζητιάνο, γιατί του θύμισε έντονα στην όψη τον αγαπημένο του αφέντη, τον Οδυσσέα.

Σε λίγο άρχισαν να καταφτάνουν στο παλάτι οι μνηστήρες. Το γλέντι στρώθηκε για τα καλά. Ο Τηλέμαχος έβαλε παράμερα ένα μικρό τραπεζάκι για να κάτσει ο Οδυσσέας. Τότε ο Κτήσιππος, ο πιο διεστραμμένος από τους μνηστήρες, πρόσβαλε τον Οδυσσέα πετώντας του ένα μπούτι βοδινό. Ο Τηλέμαχος εξοργίστηκε και με αυστηρά λόγια κατέκρινε τους μνηστήρες που έτρωγαν το βιος του. Ο Αγέλαος τον συμβούλεψε να πείσει τη μητέρα του να δεχτεί έναν απ’ όλους για άντρα της, ώστε να τελειώσουν τα βάσανά του. Έπειτα εμφανίστηκε στη σάλα η Πηνελόπη συνοδευόμενη από πολλές δούλες που κουβαλούσαν το τόξο του Οδυσσέα και τη φαρέτρα του, καθώς και δώδεκα τσεκούρια. Τότε ανακοίνωσε πως όποιος από τους μνηστήρες θα λύγιζε τη χορδή του τόξου και θα περνούσε μια σαΐτα μέσα από τις τρύπες των τσεκουριών θα γινόταν άντρας της. Αμέσως ο Τηλέμαχος ζήτησε να δοκιμάσει για να δει αν ήταν άξιος να αναλάβει την περιουσία του πατέρα του ζορίστηκε αρκετά και θα τα κατάφερνε, μα ένα νεύμα του Οδυσσέα τον συγκράτησε.

Μετά άρχισαν ένας ένας οι μνηστήρες. Πρώτος δοκίμασε ο Λειώδης, ο γιος του Οίνοπα, που όμως δεν κατάφερε να τεντώσει το δοξάρι. Στη συνέχεια προσπάθησαν κι άλλοι, μα του κάκου. Όμως ο Ευρύμαχος και ο Αντίνοος, οι πιο δυνατοί από τους μνηστήρες, δεν είχαν δοκιμάσει ακόμη.

Ο Οδυσσέας είδε σε κάποια στιγμή τον Εύμαιο και τον Φοιλίτιο να βγαίνουν έξω στην αυλή. Τους ακολούθησε και με φιλικά λόγια τους ρώτησε ποια θα ήταν η αντίδρασή τους, αν εμφανιζόταν εκείνη τη στιγμή ο αφέντης τους στο παλάτι. Αυτοί χωρίς να το σκεφτούν καν, ορκίστηκαν πως θα τον βοηθούσαν να εξοντώσει τους μνηστήρες. Τότε τους αποκάλυψε την αληθινή του ταυτότητα και τους υποσχέθηκε πως αν τον βοηθούσαν στ’ αλήθεια, θα τους έδινε όμορφη γυναίκα και χωράφια και θα τους είχε σαν συγγενείς του. Έπειτα, για να τον πιστέψουν, τους έδειξε την πληγή που είχε αναγνωρίσει το προηγούμενο βράδυ η Ευρύκλεια. Μετά τις αγκαλιές και τα φιλιά που αντάλλαξαν οι τρεις άντρες κατέστρωσαν προσεχτικά το σχέδιο της μνηστηροφονίας. Αφού τους έδωσε σαφείς οδηγίες, επέστρεψαν στην αίθουσα.

Εκείνη την ώρα δοκίμαζε ο Ευρύμαχος, όμως δεν κατάφερε ούτε αυτός να τεντώσει το δοξάρι. Όταν το είδε αυτό ο Αντίνοος, επειδή φοβήθηκε μην πάθει το ίδιο, τους κάλεσε όλους να συνεχίσουν το γλέντι μια και ήταν γιορτινή μέρα και να αναβάλουν το αγώνισμα για την επόμενη· όλοι συμφώνησαν μαζί του. Τότε πετάχτηκε ο Οδυσσέας ζητιάνος και ζήτησε από τους μνηστήρες να δοκιμάσει κι αυτός να τεντώσει το τόξο. Όλα τα αρχοντόπουλα θύμωσαν και τον κακολογούσαν· πώς αυτός ένας ζητιάνος είχε τόσο πολύ θράσος. Κατά βάθος όμως φοβούνταν μήπως ντροπιαστούν από τον ξένο, γιατί γνώριζαν, από την πάλη με τον Ίρο, πόσο δυνατός ήταν.

Η Πηνελόπη επενέβη και τους είπε ν’ αφήσουν τον ξένο να δοκιμάσει. Σε περίπτωση που τα κατάφερνε θα του χάριζε χιτώνα και χλαμύδα, ένα κοντάρι, ένα σπαθί και δύο σαντάλια. Ο Τηλέμαχος μίλησε με λόγια απότομα στη μητέρα του και την έστειλε στο θάλαμό της. Εκεί η Παλλάδα της έριξε γλυκό ύπνο στα μάτια.

Στο μεταξύ ο Εύμαιος έδωσε το τόξο στον Οδυσσέα και στη συνέχεια είπε στην Ευρύκλεια να ασφαλίσει καλά όλες τις πόρτες του παλατιού σε περίπτωση που άκουγαν βογκητά αντρών καμιά από τις δούλες να μην πλησίαζε στη σάλα, αλλά να συνέχιζαν αμίλητες τη δουλειά τους. Επίσης ο Φοιλίτιος έκλεισε καλά τις αυλόπορτες δένοντάς τες με καραβόσκοινο. Μετά ξανακάθισε στο σκαμνί του και παρακολουθούσε τον Οδυσσέα που περιεργαζόταν το τόξο του. Σε λίγο αυτός τέντωσε τη χορδή του τόξου με μεγάλη ευκολία και εκτόξευσε ένα βέλος που πέρασε μονομιάς μέσα από τα δώδεκα τσεκούρια και βγήκε από την άλλη μεριά. Οι μνηστήρες όλοι απόμειναν να κοιτούν σαστισμένοι, ενώ ο πολύπαθος άντρας έγνεψε στον Τηλέμαχο με τα μάτια, κι αυτός πήρε το κοντάρι στο χέρι και φόρεσε την πανοπλία του.

Ο Οδυσσέας πέταξε τα κουρέλια που φορούσε και στάθηκε στο κατώφλι της κύριας εισόδου για να έχει τα νώτα του ασφαλισμένα και τους μνηστήρες εγκλωβισμένους. Σώριασε μπροστά του τις σαΐτες της φαρέτρας για να τις έχει πρόχειρες και έριξε την πρώτη στον Αντίνοο, την ώρα που σήκωνε το ποτήρι του να πιεί κρασί. Η σαΐτα τον πέτυχε στο λαιμό και βγήκε από το σβέρκο· από τα ρουθούνια του έτρεξε πηχτό αίμα και έπεσε νεκρός πάνω στο τραπέζι με τα φαγητά.

Οι μνηστήρες δεν πίστευαν όσα έβλεπαν τα μάτια τους. Αμέσως όρμησαν να πάρουν τα κοντάρια και τις ασπίδες που κρέμονταν στους τοίχους, αλλά διαπίστωσαν πως έλειπαν όλα. Απείλησαν τον ξένο, που ακόμη δεν κατάλαβαν ποιος ήταν, πως θα είχε πολύ άσχημο τέλος, γιατί σκότωσε ένα από τα πιο σημαντικά αρχοντόπουλα της Ιθάκης. Τότε ο Οδυσσέας τους αποκάλυψε την ταυτότητά του.

– Σκυλιά, πιστεύατε πως δε θα γύριζα ποτέ πίσω και τρώγατε το βιος μου, πλαγιάζατε με τις δούλες μου και θέλατε να παντρευτείτε τη γυναίκα μου, χωρίς να υπολογίζετε μήτε την οργή των θεών μήτε τη δικιά μου.

Μόλις είπε αυτά τα λόγια, κόπηκαν τα ήπατα όλων των μνηστήρων. Το λόγο πήρε ο Ευρύμαχος, που προσπάθησε να πετύχει συμβιβασμό:

– Αλήθεια Οδυσσέα, σου κάναμε μεγάλο κακό. Μα να, τώρα είναι νεκρός ο Αντίνοος, ο χειρότερος απ’ όλους μας, που ήθελε να σκοτώσει το γιο σου και να γίνει βασιλιάς. Εμείς όλοι θα σου ξεπληρώσουμε την περιουσία σου και με το παραπάνω.

Αυτά τα λόγια φυσικά δεν έπεισαν τον Οδυσσέα. Ο Ευρύμαχος, όταν είδε ότι δεν κατάφερε τίποτα, προέτρεψε τους μνηστήρες να πολεμήσουν με τα μαχαίρια τους, καλυμμένοι πίσω από τα τραπέζια. Τότε ο βασιλιάς εκτόξευσε εναντίον του μια σαΐτα που τον πέτυχε στο στήθος και έπεσε νεκρός. Αμέσως όρμησε ο Αμφίνομος εναντίον του, αλλά ο Τηλέμαχος πρόλαβε και του κάρφωσε το χάλκινο κοντάρι του ανάμεσα στους ώμους. Έπειτα έτρεξε στην αποθήκη όπου είχε τοποθετήσει τα όπλα και έφερε πανοπλίες για τον πατέρα του και τους δυο βοσκούς. Στο μεταξύ ο Οδυσσέας με τις σαΐτες του εξόντωνε όποιον μνηστήρα προσπαθούσε να του επιτεθεί.

Δυστυχώς όμως ο Τηλέμαχος από τη βιασύνη του άφησε την αποθήκη ξεκλείδωτη και έτσι ο Μελάνθιος, ο άπιστος βοσκός, πέρασε από κάποιο παραπόρτι και έφερε στους μνηστήρες δώδεκα πανοπλίες. Όταν ο Οδυσσέας τους είδε οπλισμένους, φοβήθηκε πολύ. Ο γιος του θυμήθηκε τι είχε γίνει και έστειλε τους δύο βοσκούς στην αποθήκη. Εκείνοι συνέλαβαν τον Μελάνθιο την ώρα που πήγαινε για δεύτερη φορά να πάρει πανοπλίες τον έδεσαν και τον κρέμασαν από το ταβάνι. Έπειτα γύρισαν στη σάλα.

Σε λίγο εμφανίστηκε η Αθηνά με τη μορφή του παιδικού φίλου του Οδυσσέα του Μέντορα και τον ξεσήκωσε θυμίζοντάς του τα κατορθώματά του στην Τροία. Μετά πήρε τη μορφή χελιδονιού και παρακολουθούσε τη μάχη που εξελισσόταν. Οι μνηστήρες αποφάσισαν να ρίχνουν έξι έξι τα κοντάρια εναντίον του Οδυσσέα, αλλά η Παλλάδα φρόντιζε να ξαστοχούν όλοι τους. Αντίθετα ο προστατευόμενός της και οι βοηθοί του ήταν πάντα εύστοχοι. Έτσι, σκότωσαν τον Δημοπτόλεμο, τον Ευρυάδη, τον Έλατο και τον Πείσανδρο.

Με νέα επίθεση των μνηστήρων, ο Αμφιμέδοντας κατάφερε ένα επιπόλαιο τραύμα στον Τηλέμαχο και ο Κτήσιππος μια χαρακιά στον ώμο του Εύμαιου. Μα αμέσως οι τέσσερις άντρες απάντησαν σκοτώνοντας τον Ευρυδάμα, τον Αμφιμέδοντα, τον Πόλυβο και τον Κτήσιππο. Ο Οδυσσέας δε λυπήθηκε ούτε τον Λεώκριτο, που έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε.

Από τη σφαγή γλίτωσαν μόνο ο αοιδός Φήμιος που με το ζόρι οι μνηστήρες τον υποχρέωναν να τους τραγουδάει στα γλέντια τους και ο Μέδοντας, ένας κήρυκας που σεβόταν τη βασιλική οικογένεια. Αυτοί βγήκαν στην αυλή και κάθησαν στο βωμό τρέμοντας από την ταραχή τους.

Ο Οδυσσέας έψαχνε μέσα στο παλάτι μήπως είχε κρυφτεί κανείς για να ξεφύγει το θάνατο. Όλοι όμως κείτονταν νεκροί στο πάτωμα. Μετά φώναξε την Ευρύκλεια, που χάρηκε πολύ με το θέαμα των σκοτωμένων μνηστήρων και τη ρώτησε ποιες δούλες δε στάθηκαν πιστές στη διάρκεια της απουσίας του. Η σεβαστή οικονόμος του απάντησε πως από τις πενήντα γυναίκες που δούλευαν στο παλάτι, δώδεκα ήταν αυτές που έκαναν άπρεπες πράξεις και δε σέβονταν τη βασίλισσα. Τότε διέταξε να τις φέρουν μπροστά του. Αυτές μόλις αντίκρισαν τους νεκρούς μνηστήρες άρχισαν να θρηνούν.

Ο Τηλέμαχος, με εντολή του πατέρα του, τις έβαλε να βγάλουν έξω τα πτώματα και να καθαρίσουν το θάλαμο. Μετά τις σκότωσε όλες με τον πιο ατιμωτικό θάνατο τις έδεσε μ’ ένα σχοινί και τις έπνιξε. Εκείνη την ώρα οι δύο πιστοί βοσκοί έσυραν στην αυλή τον Μελάνθιο, του έκοψαν τη μύτη και τ’ αυτιά και του τσάκισαν τα κόκαλα των χεριών και των ποδιών.

Ο Οδυσσέας εξάγνισε ολόκληρο το σπίτι με θειάφι και ζήτησε να φωνάξουν όλους τους δούλους του σπιτιού. Αυτοί μόλις αντίκρισαν τον κύριό τους χάρηκαν πολύ, τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν. Ο πολύπαθος βασιλιάς δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του από τη συγκίνηση.

ΑΝΤΑΜΩΣΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 20 ΧΡΟΝΙΑ
Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΘΛΙΜΕΝΗ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΔΕΞΙΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΝΤΥΜΕΝΟΣ ΜΕ ΚΟΥΡΕΛΙΑ. ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ

Η Ευρύκλεια βγάζοντας φτερά στα πόδια της, έτρεξε ν’ αναγγείλει το χαρμόσυνο μαντάτο στην Πηνελόπη. Αυτή συνέχιζε το βαθύ ύπνο που της έριξε στα μάτια η Αθηνά. Όταν ξύπνησε από τις φωνές της ηλικιωμένης βάγιας, δεν πίστευε όσα της έλεγε και νόμιζε πως έχασε τα λογικά της. Μετά από πολλά παρακάλια η Ευρύκλεια την έπεισε να κατεβεί στη μεγάλη σάλα.

Εκεί αντίκρισε τον Οδυσσέα ανάμεσα στα πτώματα των νεκρών μνηστήρων, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πραγματικά αν ήταν ο άντρας της, έτσι καθώς ήταν ντυμένος με τα κουρέλια. Για πολύ ώρα τον κοίταζε αμίλητη και αναρωτιόταν. Ο Τηλέμαχος την αποπήρε που φερόταν τόσο σκληρά, μα η Πηνελόπη του είπε πως θα τον αναγνώριζε από δικά τους προσωπικά σημάδια.

Ο Οδυσσέας αρχικά δεν ενοχλήθηκε από τη δυσπιστία της και έδωσε εντολή να στήσουν οι υπηρέτες γλέντι μέσα στο παλάτι για να νομίζουν οι γείτονες και οι περαστικοί πως η βασίλισσα παντρευόταν κάποιον από τους μνηστήρες. Πραγματικά, σε λίγο όλο το παλάτι αντηχούσε από μουσικές, τραγούδια και χορούς.

Στο μεταξύ μια πιστή βάγια έλουσε τον Οδυσσέα, τον άλειψε με μύρα και του φόρεσε καινούριο χιτώνα και χλαμύδα. Η Αθηνά τον έκανε να φαίνεται πιο ψηλός, πιο εύσωμος και με σγουρά μαλλιά. Η Πηνελόπη συνέχισε να τον κοιτάει από μακριά και τότε ενοχλημένος είπε στη βάγια:

– Στρώσε μου να κοιμηθώ, γιατί αυτή η γυναίκα έχει σιδερένια καρδιά.

Τότε βρήκε η φρόνιμη σύζυγος την ευκαιρία να τον δοκιμάσει. Διέταξε τη βάγια να βγάλει έξω το κρεβάτι από το συζυγικό δωμάτιο για να κοιμηθεί. Αμέσως ο Οδυσσέας πετάχτηκε και είπε όλη την ιστορία του συζυγικού κρεβατιού. Στο μέρος που έχτιζε το παλάτι του υπήρχε μια φουντωτή ελιά. Δεν την έκοψε από τη ρίζα, αλλά κλάδεψε τα κλαδιά της και έχτισε γύρω γύρω τη συζυγική κάμαρα. Μετά έφτιαξε το κρεβάτι πάνω στον κορμό της ελιάς για να είναι πιο σταθερό. Έτσι δεν μπορούσε να μετακινηθεί παρά μόνο αν κάποιος είχε κόψει τον κορμό.

Όταν άκουσε τα λόγια αυτά η Πηνελόπη, πίστεψε πως ήταν ο Οδυσσέας, γιατί αυτό το μυστικό το γνώριζαν μόνο οι δυο τους. Έπεσε στην αγκαλιά του, τον φιλούσε και του ζητούσε να τη συγχωρήσει για την προηγούμενη παγερή συμπεριφορά της. Άρχισαν να κλαίνε και οι δυο τους και θα τους έβρισκε η Αυγή, αν δε φρόντιζε η Παλλάδα, ώστε εκείνη η νύχτα να έχει μεγάλη διάρκεια.

Στο μεταξύ οι υπηρέτριες είχαν ετοιμάσει το συζυγικό κρεβάτι και το αντρόγυνο αποσύρθηκε στο δωμάτιό του. Αμέσως σταμάτησαν οι χοροί και τα τραγούδια. Το ζευγάρι χάρηκε τον έρωτα ύστερα από είκοσι χρόνια και μετά ο Οδυσσέας άρχισε να διηγείται τις περιπέτειές του. Σε λίγο τους πήρε ο γλυκός ύπνος.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Την άλλη μέρα το πρωί ο Οδυσσέας ξεκίνησε αρματωμένος με τον Τηλέμαχο και τους δύο πιστούς βοσκούς για το εξοχικό σπίτι όπου ζούσε ο γερο Λαέρτης. Όταν έφτασαν εκεί, δε βρήκαν κανένα στο καλύβι. Τότε ο πολυταξιδεμένος άντρας άφησε τα όπλα στους φίλους του και τους είπε να ετοιμάσουν τραπέζι.

Ο ίδιος πήγε στο περιβόλι και εκεί αντίκρισε το γέροντα πατέρα του να σκαλίζει το χώμα φορώντας φτωχικά και λερωμένα ρούχα. Δάκρυσε και ήθελε να τρέξει να τον αγκαλιάσει, μα πάλι συγκρατήθηκε και αποφάσισε πρώτα να τον δοκιμάσει. Τον πλησίασε και άρχισε να παινεύει το περιποιημένο περιβόλι. Απόρησε όμως πώς ένας γέροντας, που μάλιστα είχε όψη βασιλιά, ζούσε κάτω από τόσο δύσκολες συνθήκες. Στη συνέχεια του είπε πως έψαχνε κάποιον, παλιό φιλοξενούμενό του, που ήταν Ιθακήσιος, γιος του Λαέρτη. Όταν άκουσε αυτά τα λόγια ο γέροντας, συγκινήθηκε και έριξε λίγο χώμα στο κεφάλι του θρηνώντας το χαμένο γιο του.

Ο Οδυσσέας δεν άντεξε άλλο να προσποιείται και έπεσε στην αγκαλιά του πατέρα του, του αποκάλυψε την ταυτότητά του και του διηγήθηκε τη δολοφονία των μνηστήρων. Ο Λαέρτης ζήτησε σημάδια για να πιστέψει και τότε ο πολυμήχανος άντρας του έδειξε την ουλή που είχε από νεαρός. Επίσης του ανέφερε τα καρποφόρα δέντρα που έταξε κάποτε ο βασιλιάς στο γιο του: σαράντα συκιές, δώδεκα αχλαδιές, δέκα μηλιές και πενήντα κλήματα. Τότε λύθηκαν τα πόδια του γέροντα και μισολιποθυμισμένος έπεσε στην αγκαλιά του.

Χαρούμενοι πήγαν στο καλύβι, όπου οι δύο βοσκοί είχαν κιόλας στρώσει τραπέζι.

Σε λίγο γύρισε και ο Δολίος, ο πιστός επιστάτης του κτήματος, με τους γιους του. Ο γέροντας είδε τον Οδυσσέα και σάστισε. Γρήγορα όμως συνήλθε και έδειξε την απέραντη χαρά του για την επιστροφή του βασιλιά. Μετά τα καλωσορίσματα κάθησαν στο τραπέζι για φαγητό.

Όταν τελείωσε το γεύμα, ακούστηκαν φωνές και ποδοβολητά. Ένας από τους γιους του Δολίου σηκώθηκε να δει τι συμβαίνει. Τότε αντίκρισε πάνοπλους τους συγγενείς των μνηστήρων, που η δολοφονία τους είχε μαθευτεί, οι οποίοι με αρχηγό τους τον Ευπείθη, τον πατέρα του Αντίνοου, κατευθύνονταν προς το υποστατικό με άγριες διαθέσεις.

Αμέσως οπλίστηκαν ο Οδυσσέας, ο Τηλέμαχος, οι δύο βοσκοί, οι γιοι του Δολίου και οι δύο γέροντες. Εμφανίστηκε και η Αθηνά με τη μορφή του Μέντορα και εμψύχωνε τον Τηλέμαχο και τον Λαέρτη. Πραγματικά, ο τελευταίος με τη βοήθεια της θεάς κατάφερε θανατηφόρο χτύπημα στον Ευπείθη. Μόλις η συμπλοκή πήγε να γενικευτεί, η Αθηνά έβγαλε φοβερή φωνή και έκανε έκκληση για ειρήνη και ομόνοια. Οι συγγενείς των μνηστήρων φοβήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Η θεά συγκράτησε τον Οδυσσέα που προσπάθησε να τους κυνηγήσει. Έτσι τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα έκαναν όρκους ειρήνης και αγάπης.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σε λίγες μέρες έγινε η ταφή των μνηστήρων από τους συγγενείς τους. Ο Οδυσσέας θυσίασε στις Νύμφες και πήγε στην Ήλιδα να επιθεωρήσει τα κοπάδια του. Εκεί τον φιλοξένησε ο βασιλιάς Πολύξενος, που του έδωσε δώρο έναν κρατήρα με παράσταση του Τροφώνιου, Αγαμήδη και Αυγεία. Ύστερα ξαναγύρισε στην Ιθάκη και πρόσφερε μεγάλες θυσίες σ’ όλους τους θεούς. Έφυγε πάλι γρήγορα μ’ ένα κουπί στον ώμο, όπως του είχε ορίσει ο Τειρεσίας στον Άδη, για τη Θεσπρωτία της Ηπείρου. Προχωρώντας στο εσωτερικό της χώρας, συνάντησε κάποιους ανθρώπους που τον ρώτησαν γιατί κουβαλούσε μαζί του το λιχνιστήρι. Τότε κατάλαβε πως αυτός ήταν ο τόπος που έπρεπε να μπήξει το κουπί και να θυσιάσει στον Ποσειδώνα. Στη Θεσπρωτία ο Οδυσσέας παντρεύτηκε τη βασίλισσα Καλλιδίκη. Ύστερα από έναν πόλεμο των Θεσπρωτών με τους Βρύγους, η Καλλιδίκη πέθανε και στο θρόνο ανέβηκε ο Πολυποίτης, ο γιος της, και ο Οδυσσέας ξαναγύρισε την Ιθάκη πιστεύοντας πως θα περάσει ήρεμα γεράματα.

Στο μεταξύ ο Τηλέγονος, γιος του Οδυσσέα από την Κίρκη, αναζητώντας τον πατέρα του αποβιβάστηκε στην Ιθάκη και οι σύντροφοί του κατέστρεψαν το νησί. Ο βασιλιάς βγήκε να τους διώξει και σκοτώθηκε από τον Τηλέγονο, ο οποίος δεν τον γνώριζε. Όταν ο Τηλέγονος κατάλαβε πως είχε σκοτώσει τον πατέρα του, ήταν πια αργά. Πήρε το άψυχο κορμί του, το γιο του, τον Τηλέμαχο, και την Πηνελόπη και κατευθύνθηκε στην Αία. Εκεί η Κίρκη τους έκανε όλους αθάνατους. Η ιστορία τελειώνει με δύο παράξενους γάμους: η Κίρκη παντρεύεται τον Τηλέμαχο και η Πηνελόπη τον Τηλέγονο.

%d bloggers like this: