Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

Αργοναυτική εκστρατεία, μέρος 2ο.

ΣΕΙΡΗΝΕΣ, ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΡΥΒΔΗ, ΠΛΑΓΚΤΕΣ ΠΕΤΡΕΣ

Ύστερα οι Αργοναύτες έφτασαν στο βράχο των Σειρήνων. Οι Σειρήνες ήταν τέρατα με μορφή κοριτσιών, που με τη γλυκιά τους φωνή και με το τραγούδι τους καταγοήτευαν όσους περνούσαν από τα μέρη τους, τους μάγευαν και τους παράσερναν κοντά τους.

Από μακριά ο αγέρας έφερνε στ’ αυτιά των παλικαριών το γλυκό τραγούδι των τεράτων, που ήταν αδύνατο να μη σταματήσει κανείς και, με κομμένη ανάσα, να τ’ ακούσει. Την ίδια όμως στιγμή ο Ορφέας θυμήθηκε τα μάγια και της δικής του φωνής. Με τ’ αέρινά του δάχτυλα που κινούνταν με αξεπέραστη άνεση πάνω στις χορδές της λύρας του, άρχισε να παίζει μια θεσπέσια, υπερκόσμια μουσική, που σκέπασε το τραγούδι των Σειρήνων. Τα τέρατα, αντί να γοητεύσουν, γοητεύτηκαν από τη θεϊκή τέχνη του Ορφέα. Κι ενώ άπλωναν πριν τα χέρια και καλούσαν κοντά τους τα παλικάρια της Αργώς, με την επίδραση της μουσικής του Ορφέα έφυγαν άπρακτες.

Έπειτα έφτασαν στον τόπο όπου κατοικούσαν η Σκύλλα και η Χάρυβδη, τα δυο φοβερά τέρατα που κατασπάραζαν τους περαστικούς, από τον τόπο τους, ναυτικούς. Η Σκύλλα ήταν κόρη της Εκάτης και ζούσε σε μια σπηλιά ενός απότομου βράχου. Η Χάρυβδη ήταν κόρη του Ποσειδώνα και της Γης. Ζούσε και αυτή ανάμεσα στ’ απόκρημνα βράχια της θάλασσας και κατασπάραζε όποιον την πλησίαζε. Με τη βοήθεια όμως της θεάς Θέτιδας, της μάνας του ήρωα Αχιλλέα και των υπόλοιπων σαράντα εννιά αδερφάδων της, των Νηρηίδων, η “Αργώ” κατάφερε να περάσει σώα και αβλαβής ανάμεσα από τα δύο εκείνα τέρατα.

Στη συνέχεια πέρασε ανάμεσα από τα νησιά “Πλαγκτές Πέτρες”, που έχουν ένα επικίνδυνο στενό. Κι εδώ η Θέτιδα με τις Νηρηίδες βοήθησαν στο πέρασμα. Έπειτα έφθασαν στην Τρινακρία, όπου υπήρχαν τα βόδια του Ήλιου, που αργότερα οι σύντροφοι του Οδυσσέα, χωρίς αυτός να το γνωρίζει, θα τα έτρωγαν, με αποτέλεσμα να δεχτούν σκληρή τιμωρία: να χαθούν όλοι από τρικυμία, εκτός από τον ίδιο τον Οδυσσέα, που, θαλασσοδαρμένος, έφτασε στο νησί της Καλυψώς, την Ωγυγία. Οι Αργοναύτες άκουγαν τα μουγκανητά των βοδιών του θεού, μα δεν τους ενδιέφερε ν’ αποβιβαστούν στο νησί του Ήλιου

ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ

Γρήγορα άφησαν πίσω τους τη Σικελία και έφτασαν στο νησί των Φαιάκων, στη σημερινή Κέρκυρα (που τότε έφερε την ονομασία Μάκρις ή Δρεπάνη, από το σχήμα της, που μοιάζει πάρα πολύ με δρεπάνι). Εκεί βασίλευε ο γιος του Ναυσίθοου Αλκίνοος. Ο Ναυσίθοος καταγόταν από θεϊκή γενιά· ήταν γιος του Ποσειδώνα. Ο λαός τον οποίο εξουσίαζε ο Αλκίνοος, οι Φαίακες, ήταν ειρηνικός και φιλόξενος. Με προθυμία υποδέχτηκαν όλοι τους τα παλικάρια. Η Μήδεια, όταν με τον Ιάσονα έφτασαν στο βασιλικό παλάτι, έπεσε στα πόδια της βασίλισσας Αρήτης και την παρακάλεσε να τη βοηθήσει. Σύμφωνα με το έθιμο εκείνης της εποχής, όποιος παρακαλούσε κάποιον να τον βοηθήσει, ακολουθώντας ορισμένους τύπους (όπως π.χ. γονάτισμα και πιάσιμο του γόνατος του άλλου κλπ.), τον δέσμευε ηθικά. Έτσι έγινε και τώρα. Η Μήδεια, εκλιπαρώντας την Αρήτη, θα ανάγκαζε την τελευταία να βοηθήσει με κάθε τρόπο.

Στο μεταξύ κατέφτασαν στο νησί καράβια του Αιήτη από την Κολχίδα, με στρατό και ζήτησαν από τον Αλκίνοο να παραδώσει τη Μήδεια στον πατέρα της. Ο σοφός βασιλιάς τους απάντησε τότε ότι σκόπευε να την παραδώσει με ένα μονάχα όρο: ότι δε θα είχε ήδη παντρευτεί τον Ιάσονα. Την απάντηση αυτή του Αλκίνοου την έκανε γνωστή κρυφά στο ζευγάρι η Αρήτη, που είχε ηθική υποχρέωση να βοηθήσει τους δυο νέους. Για να μην πέσει λοιπόν στα χέρια του πατέρα της, γιόρτασε τους γάμους της με τον Ιάσονα η Μήδεια στη σπηλιά της Μάκριδας, της Νύμφης του νησιού, την ίδια νύχτα που πήρε την είδηση από την καλοπροαίρετη βασίλισσα.

Μέσα στη σπηλιά της Νύμφης ετοιμάστηκε η “νυφική παστάδα”, το νυφικό κρεβάτι της Μήδειας και απάνω του απλώθηκε το χρυσόμαλλο δέρας, που έβγαζε μια χαρακτηριστική ανταύγεια, σαν να ήταν φωτιά που έκαιγε μέσα στη νύχτα. Η Ήρα, που συμπαθούσε πολύ τον Ιάσονα, έστειλε μια συντροφιά από Νύμφες στολισμένες με πολύχρωμα λουλούδια, για να δώσουν μια ιδιαίτερη λαμπρότητα στο χαρμόσυνο γεγονός. Άλλωστε, σαν θεά του γάμου που ήταν, επιθυμούσε αυτός ο δεσμός της ψυχής των δυο νέων να γίνει στέρεος και αδιάσπαστος και γι’ αυτόν το λόγο θα ήταν και μελλοντικά συμπαραστάτης και βοηθός τους.

Η ανταύγεια που σκορπούσε το χρυσόμαλλο δέρας περιέλουσε και τις εκλεκτές θεές και ξεσήκωσε μέσα τους τον πόθο. Ντράπηκαν όμως και δεν τόλμησαν ν’ ακουμπήσουν με το χέρι τους το δέρας, για ν’ απολαύσουν στην ψυχή τους την ηδονή της αγάπης των δυο νέων, που θα γινόταν σε λίγο σαρκικός έρωτας. Οι νεόνυμφοι, εκστασιασμένοι από τη θεσπέσια λύρα του Ορφέα και το γλυκό γαμήλιο τραγούδι των παλικαριών, που φορούσανε στεφάνι στο κεφάλι, νόμιζαν ότι βρίσκονταν στην Ιωλκό, στο παλάτι του Αίσονα και όχι σε μια φτωχική σπηλιά Νύμφης. Ονειρεύονταν ένα γάμο αντάξιο της βασιλικής τους καταγωγής, με όλη τη λαμπρότητα και επισημότητα που το έθιμο απαιτούσε, μα ήταν ακόμα πολύ μακριά από την Ιωλκό, την πατρίδα του Ιάσονα.

Η στρατιά του Αιήτη έφυγε άπρακτη, μετά από την άρνηση του Αλκίνοου να παραδώσει τη Μήδεια και η “Αργώ” ξεκίνησε κουβαλώντας το πιο ευτυχισμένο ζευγάρι και τους πιο ένδοξους συντρόφους του. Η ημέρα της επιστροφής στην πατρίδα πλησίαζε. Είχαν διανύσει πολλαπλάσια απόσταση από εκείνη που τους υπολείπονταν. Πέρασαν τόσους κινδύνους, υποβλήθηκαν τόσες δοκιμασίες, που δεν μπορούσαν παρά να πιστεύουν πια πως όπου νάναι θα ξημέρωνε η μέρα εκείνη που θα πατούσαν στο άγιο χώμα της πατρίδας τους, θ’ αγκαλιάζονταν με τους δικούς τους ανθρώπους, ενώ οι τιμές και η δόξα όλων των Ελλήνων θα τους ανέβαζαν στα ουράνια. Θα έμπαιναν θριαμβευτές στο λιμάνι της Ιωλκού, κουβαλώντας το χρυσόμαλλο δέρας, που θα ήταν θεία ευλογία για την πόλη και όλη την περιοχή, αλλά παράλληλα και ικανοποίηση του δικαίου.

Γιατί ο Φρίξος δεν είχε φυσική του πατρίδα τη χώρα του γιου του Ήλιου, την αφιλόξενη Κολχίδα, αλλά την πόλη Άλω της Θεσσαλίας, της οποίας ιδρυτής ήταν ο πατέρας του Φρίξου, ο Αθάμας. Θα γύριζε λοιπόν το δέρας στον τόπο όπου δικαιωματικά ανήκε. Μα συνάμα ο Ιάσονας θα έπαιρνε το θρόνο που του ανήκε, γιατί ο θείος του Πελίας έπρεπε να του τον επιστρέψει, όπως είχε υποσχεθεί, με την πραγματοποίηση της επιχείρησης στην Κολχίδα και το αίσιο τέλος της.

ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ ΣΤΗ ΛΙΒΥΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ

Η “Αργώ” εγκατέλειψε το φιλόξενο νησί Δρεπάνη (τη σημερινή Κέρκυρα) και άνοιξε πανιά με κατεύθυνση την Ιωλκό. Αλλά δυστυχώς τα βάσανα των Αργοναυτών δεν είχαν τελειωμό. Γιατί οι θύελλες έσπρωξαν το καράβι μέσα σε εννιά μέρες και εννιά νύχτες προς άλλη κατεύθυνση. Βρέθηκαν στη Λιβύη, στην άβαθη και επικίνδυνη Σύρτη.

Εκεί τα παλικάρια ένιωσαν έντονο τον κίνδυνο της λειψυδρίας και έπρεπε να βγουν σε αναζήτηση νερού. Περιπλανήθηκαν πολύ μέσα στην έρημο, στο ξερό, μονότονο τοπίο, όπου ο ήλιος έκαιγε την άμμο την ημέρα και την έκανε ανυπόφορη, μα τη νύχτα μια έντονη ψύχρα έφερνε ο αέρας, που νόμιζαν πως βρίσκονταν στο πέλαγος. Ήταν καταμεσήμερο, τα πόδια των παλικαριών δε βάδιζαν· κυριολεκτικά σέρνονταν. Η άμμος δυσκόλευε ακόμα πιο πολύ το περπάτημα. Τα χείλη τους ξεράθηκαν και έσκασαν, όπως η γη από την ξηρασία και την ανομβρία. Το στόμα τους στέγνωσε, η αναπνοή τους βαριά και το μυαλό τους θολό, τα μάτια τους ξέφωτα, ξεψυχισμένα.

Και τότε έγινε το θαύμα. Στον Ιάσονα παρουσιάστηκαν τρεις πανέμορφες θεές, σαν φαντάσματα μέσα στην έρημο. Ήταν οι κόρες του Ποσειδώνα και της Λιβύης. Τον συμβούλεψαν να κάνουν και αυτοί το ίδιο που έκανε η Μητέρα, η οποία τους κουβαλούσε πάνω της. Ήταν μια συμβουλή με προφητικό χαρακτήρα, που έπρεπε, με κόπο, να γίνει αντιληπτό το νόημά της. Μετά από πολλή σκέψη τα παλικάρια κατέληξαν στο εξής συμπέρασμα: Όπως η μάνα τους τους σήκωσε πάνω της μέχρι να τους γεννήσει, έτσι και η “Αργώ” τους σήκωσε μέχρι τώρα. Άρα ήταν, κατά κάποιο τρόπο, η δεύτερη μάνα τους. Πήραν λοιπόν και εκείνοι το καράβι τους στους ώμους και το κουβάλησαν μέσα στην έρημο δώδεκα μερόνυχτα, ενώ η δίψα τους έγινε ακόμα πιο πολύ ανυπόφορη. Τελικά έφτασαν στη λίμνη Τριτωνίδα, στην επιφάνεια της οποίας απίθωσαν το φορτίο τους. Ύστερα έτρεξαν με λαχτάρα για να βρουν κάποια πηγή.

Ψάχνοντας, έφτασαν στον ιερό χώρο όπου βρίσκονταν τα μήλα των Εσπερίδων. Εκεί υπήρχε ένα παράξενο δέντρο, που έκανε χρυσά μήλα. Ένα φοβερό φίδι, ο Λάδωνας, είχε τοποθετηθεί φύλακας του δέντρου. Κατοικούσε στο κοίλωμα της μαύρης γης, που βρίσκεται στα δυτικά της Μεσογείου, πέρα στον Ωκεανό. Εκεί είχαν την κατοικία τους και οι προστάτριες του δέντρου, οι Εσπερίδες, θυγατέρες της Νύχτας. Πριν μια μέρα όμως εκεί είχε φτάσει ο Ηρακλής. Ο ήρωας, εκτελώντας έναν από τους δώδεκα άθλους του, σκότωσε το φίδι και πήρε τα μήλα των Εσπερίδων. Στη θέα των Αργοναυτών οι Εσπερίδες μεταμορφώθηκαν σε τρία δέντρα. Ξαναπήραν όμως την προηγούμενη κανονική μορφή τους και έδειξαν σ’ αυτούς την πηγή που είχε ανοίξει ο Ηρακλής μ’ ένα χτύπημα του ποδιού του στο βράχο. Δροσερό καθάριο νερό ανάβρυζε από τα σπλάχνα της γης.

Τα ξεψυχισμένα κορμιά των παλικαριών ξαναβρήκαν τη ζωή πίνοντας το θείο εκείνο δώρο. Αφού λοιπόν ήπιαν άφθονο νερό και γέμισαν τ’ ασκιά τους για να έχουν απόθεμα, έπρεπε να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Έπρεπε να βρουν το δρόμο από τη λίμνη, όπου βρισκόταν η “Αργώ”, προς τη θάλασσα. Σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή τους βοήθησε ο θεός Τρίτωνας ο γιος του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης. Με την ανθρώπινη λοιπόν μορφή του παρουσιάστηκε στους Αργοναύτες και τους έδωσε ένα όστρακο, που αργότερα, όπως είπε, θα τους χρησίμευε. Το πήρε ο Εύφημος, γιος του Ποσειδώνα, με ευγνωμοσύνη και το κράτησε με περισσή έγνοια. Ύστερα ο Τρίτωνας, στην κανονική του μορφή (δηλαδή μισός άνθρωπος μισός ψάρι) έσπρωξε την “Αργώ” προς τη θάλασσα, δείχνοντας συνάμα και το δρόμο που οι Αργοναύτες δεν ήξεραν.

Αφού ευχαρίστησαν για τις ευεργεσίες του το θεό, τα παλικάρια άνοιξαν πανιά για τις ελληνικές θάλασσες.

Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΚΑ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΕΥΦΗΜΟΥ

Μετά από ήρεμο ταξίδι έφτασαν στην Κρήτη. Εκεί όμως υπήρχε ένας Γίγαντας, ο χάλκινος Τάλως, που τρεις φορές την ημέρα γύριζε το νησί και δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει. Ο Γίγαντας αυτός είχε όμως μια τρωτή αρτηρία. Η Μήδεια με τ’ ακαταμάχητα μάγια της παγίδεψε το τέρας και με ματιές σπινθηροβόλες, γεμάτες εχθρικότητα και μίσος, το γήτεψε και το υπνώτισε, με αποτέλεσμα να πέσει και να σκιστεί ξαφνικά από μια μυτερή πέτρα ο αστράγαλός του, όπου κρυβόταν η τρωτή του αρτηρία. Το αίμα τότε άρχισε να τρέχει σαν ποτάμι και σε λίγο το τέρας σωριαζόταν με μεγάλο γδούπο.

Έτσι, αφού αποβιβάστηκαν στο νησί, έχτισαν, ευγνωμονώντας τους θεούς, βωμούς στον Ποσειδώνα και στον Τρίτωνα και ένα ναό στη μινωική Αθηνά, που ήταν η προστάτιδα θεά της περιοχής. Και αφού συνέχισαν το ταξίδι τους έφτασαν σ’ ένα σύμπλεγμα ελληνικών νησιών. Μα ήταν τότε τόσο πυκνό το σκοτάδι και ο ουρανός τόσο άναστρος, που δεν ήξεραν αν ταξίδευαν στον επάνω κόσμο ή στο σκοτεινό βασίλειο του Άδη. Μέσα στην άγρια εκείνη νύχτα νόμισαν πως θα χαθούν, φόβος μεγάλος τους κυρίεψε. Τότε ο Ιάσονας σήκωσε ψηλά τα χέρια του και, με δυνατή φωνή, επικαλέστηκε το θεό του φωτός, τον Απόλλωνα, που τον έλεγαν και Φοίβο, γιατί διαφέντευε τις ακτίνες του Ήλιου, τις ζωοδότρες.

Και ο θεός, που εισάκουσε τη θερμή του δέηση, έκανε την εμφάνισή του σ’ ένα ερημονήσι, όπως ακριβώς άλλοτε στο εγκαταλειμμένο νησάκι Θυνιάδα, μετά από την περιπέτεια των παλικαριών στις “γαλάζιες πέτρες”. Τότε, σ’ εκείνο το ερημονήσι, ο θεός κρατούσε τ’ ασημένιο τόξο του στο αριστερό του χέρι. Τώρα κρατούσε το τόξο του με το δεξί του χέρι και έστεκε σ’ έναν από τους δυο μαύρους βράχους, που λέγονταν Μελάντιοι, γιατί εκεί είχε σταθεί κάποιος άνθρωπος με μαύρη μορφή.

Καθώς ο θεός έλαμπε από ένα υπερκόσμιο, αχνόφεγγο φως, τα παλικάρια αντίκρισαν ένα πολύ μικρό νησί, όπου αποβιβάστηκαν. Την ίδια στιγμή ο ουρανός φωτίστηκε από το γλυκό φως της αυγής, που έσταξε βάλσαμο ελπίδας στις τρομοκρατημένες ψυχές τους και τους έδωσε τη βεβαιότητα πως ταξιδεύουν στον απάνω κόσμο, της χαράς, του αγώνα και της προσδοκίας, σ’ αντίθεση με τον Κάτω Κόσμο της λύπης, της απραγίας και της απελπισίας. Στο θεό λοιπόν που διέλυσε τα σκοτάδια της νύχτας από τη γη και τα σκοτάδια της αμφιβολίας και του φόβου από την ψυχή τους, έφτιαξαν τα παλικάρια ένα βωμό σ’ ένα σκιερό άλσος και ονόμασαν τον Απόλλωνα “Αιγλήτη”, δηλαδή φωτοβόλο, γιατί σκόρπισε την αίγλη του φωτός του γύρω του.

Επίσης ονόμασαν το νησί, όπου ο θεός έκανε την εμφάνισή του, “Ανάφη”, δηλαδή φωτεινό. Έπειτα έκαναν εκεί ένα πανηγύρι προς τιμή του “Αιγλήτη Απόλλωνα”, όπου διασκέδασαν, ξεχνώντας για λίγο τις πίκρες και τα βάσανά τους.

Το ίδιο βράδυ που πλάγιασαν να κοιμηθούν, ο Εύφημος είδε ένα παράξενο όνειρο, που τον εντυπωσίασε πολύ. Είδε τάχα ότι πήρε στο στήθος του το όστρακο που του χάρισε ο Τρίτωνας και ότι χόρτασε απ’ αυτό γάλα. Έπειτα το όστρακο αυτό, τάχα, έγινε μια παρθένα με την οποία ο Εύφημος έσμιξε ερωτικά, αλλά ντράπηκε με τον εαυτό του για την πράξη του αυτή, γιατί βυζαίνοντας ο ίδιος πριν από λίγο το όστρακο, ήταν σαν να είχε βυζάξει τη σύντροφό του, ταυτίζοντας έτσι το ρόλο της μάνας και της συζύγου, πράγμα που θεωρούνταν ανόσιο, σύμφωνα με τους νόμους των θεών. Μα η νεαρή γυναίκα τον παρηγόρησε λέγοντάς του ότι αυτή η πράξη δεν έπρεπε να τον στενοχωρεί.

Του φανερώθηκε σαν κόρη του Τρίτωνα και της θεάς Λιβύης και τον παρακάλεσε να της δώσει για συντροφιά τις Νηρηίδες, για να κατοικήσει στη θάλασσα κοντά στην Ανάφη. Του είπε επίσης ότι σύντομα πάλι η ίδια θ’ αναδυθεί στο φως του ήλιου, που θα είναι τόπος διαμονής των απογόνων του Εύφημου.

Αφού η “Αργώ” εγκατέλειψε την Ανάφη, ο Εύφημος διηγήθηκε τ’ όνειρό του στον Ιάσονα και εκείνος τον συμβούλεψε να ρίξει στη θάλασσα το όστρακο. Ο Εύφημος έκανε καταπώς του είπε ο Ιάσονας. Και τότε από τα βάθη της θάλασσας ξεπρόβαλε ένα όμορφο νησί, που ονομάστηκε “Καλλίστη”. Αργότερα το νησί αυτό πήρε την ονομασία “Θήρα”, δηλαδή “κυνήγι”, λόγω των άφθονων θηραμάτων που είχε. Σήμερα ονομάζεται Σαντορίνη. Οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού κατάγονταν από τη γέννα του Εύφημου.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Στη διαδρομή της προς την Ιωλκό η “Αργώ” σταμάτησε στην Αίγινα, για ανεφοδιασμό νερού. Επειδή όμως φυσούσε τότε πολύ ευνοϊκός άνεμος και τα παλικάρια δεν ήθελαν να χάσουν την κατάλληλη ευκαιρία, άρχισαν αγώνα δρόμου, για να κουβαλήσουν την απαραίτητη ποσότητα νερού από το νησί στο καράβι. Από τότε καθιερώθηκαν στην Αίγινα αγώνες δρόμου για κουβάλημα νερού, οι περίφημες “Υδροφορίες”.

Με τον ούριο άνεμο το θεϊκό καράβι έφτασε επιτέλους στο πολυπόθητο λιμάνι απ’ όπου κάποτε είχε ξεκινήσει για τη μεγάλη περιπέτεια προς την Κολχίδα. Τ’ όνειρο έγινε πια πραγματικότητα, ο ασίγαστος πόθος τους, που είχε γίνει καμίνι στα στήθια τους και τους βασάνιζε τρομερά, τώρα πια θα γινόταν πράξη ζωής. Σε λίγο πατούσαν τα άγια χώματα της Ιωλκού και όλοι νόμιζαν πως τους ξεγελούσε ο πόθος τους για την επιστροφή στην πατρική γη και το μυαλό τους παράδερνε ανάμεσα στην αμφιβολία του όνειρου και στη βεβαιότητα της πραγματικότητας. Έβλεπαν τα γνωστά σε όλους τοπία, το γνωστό σκηνικό και δεν πίστευαν στα μάτια τους.

Έβλεπαν γνωστούς, συγγενείς και φίλους, που έτρεχαν με χαρά να τους υποδεχτούν και διερωτώνταν αν υπάρχουν όλα αυτά στ’ αλήθεια ή αν ο θεός “Όνειρος”, θέλοντας να τους ξεγελάσει, τους έστελνε στον ύπνο τους τέτοιες γλυκιές, μα απατηλές οπτασίες. Άκουγαν τις γνωστές φωνές, το κάλεσμα των αγαπημένων τους προσώπων και τα ξεφαντώματα της ξέφρενης χαράς τους και δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους. Γιατί στ’ αυτιά τους ακόμα ηχούσε ο παφλασμός των κυμάτων και τ’ άγριο μουγκρητό τους, καθώς μανιασμένα χτυπούσαν πάνω στα βράχια. Ακόμα ηχούσαν τα πλάνα τραγούδια των Σειρήνων, που τους καλούσαν στη συμφορά και το θάνατο. Ακόμα ηχούσαν στ’ αυτιά τους τα μουγκανητά των βοδιών στο νησί του Ήλιου, που προκαλούσαν τον πόθο για την απόλαυση του κρέατός τους, ο οποίος συνάμα θα οδηγούσε στον αφανισμό των επίδοξων “θυτών”.

Οι περιπέτειες, οι δοκιμασίες, οι κίνδυνοι, η μακροχρόνια παραμονή τους μακριά από την πατρίδα, είχαν δημιουργήσει μέσα τους έναν άλλο χαρακτήρα. Έμαθαν να ζουν με τον κίνδυνο, ν’ αδερφώνονται με τ’ αναπάντεχο, ν’ απολαμβάνουν το εφήμερο και φευγαλέο, αφού δεν ήξεραν αν το αύριο θα ξημέρωνε γι’ αυτούς. Έμαθαν, τέλος, να αγωνίζονται σκληρά για να πετύχουν τους ευγενικούς στόχους και οραματισμούς και κατανόησαν πως οι Μοίρες και οι θεοί βοηθούν και συμπαραστέκονται στους τολμηρούς, αν διαγνώσουν σ’ αυτούς προθυμία και αποφασιστικότητα.

Ένας λαός ολόκληρος, άνδρες, γυναίκες, γέροι, παιδιά είχαν ξεχυθεί στους δρόμους για να δουν το απίστευτο θαύμα. Τη θριαμβευτική επιστροφή του θεϊκού καραβιού με τους αθάνατους ήρωες, τα παλικάρια που, αψηφώντας το θάνατο, κατάφεραν το πιο απίστευτο, κάνοντας πράξη ό,τι άλλοι ούτε να σκεφτούν μπορούσαν. Αλλά δεν ήταν μονάχα η επιστροφή τους. Ήταν και η επιτυχία της επιστροφής του χρυσόμαλλου δέρατος στον τόπο όπου δικαιωματικά ανήκε. Η χαρά όλων ήταν απερίγραπτη. Αγκαλιάζονταν, φιλιούνταν οι συγγενείς, οι φίλοι, οι συντοπίτες, ενώ δάκρυα συγκίνησης έτρεχαν από τα μάτια τους.

Η χαρά αυτή, βέβαια, μετριάστηκε από το θλιβερό μαντάτο του χαμού δυο παλικαριών του πληρώματος, του κυβερνήτη της Αργώς Τίφη, που πέθανε κατά το ταξίδι προς την Κολχίδα, μετά το πέρασμα από τις Συμπληγάδες, και του Ύλα, που τον κράτησαν οι Νύμφες στις σπηλιές τους, όταν αυτός πήγε να πάρει νερό και, παρά τις επίμονες αναζητήσεις του Ηρακλή, τελικά δε βρέθηκε πουθενά.

Ένα τρελό, ξέφρενο, παλλαϊκό πανηγύρι ήταν όλη η πόλη της Ιωλκού. Θυσίες, φαγοπότι, χορός, μουσική, γέλια και ξεφαντώματα… Ακόμα και οι θεοί πήραν μέρος σ’ αυτό το ξέσπασμα της χαράς και ιδιαίτερα η Αθηνά και η Ήρα, συμπαραστάτριες θεές. Έπρεπε όμως τα παλικάρια να μην ξεχάσουν και τον κύρη της θάλασσας, τον Ποσειδώνα, που δεν τους καραβοτσάκισε, όπως θα μπορούσε. Γι’ αυτό αποφασίστηκε να του προσφερθεί το πιο πολύτιμο δώρο. Η “Αργώ”, το καράβι που φιλοξένησε στο βασίλειό του. Τότε υπήρχε ένας φημισμένος ναός του θεού στον Ισθμό. Εκεί ομόφωνα αποφάσισαν τα παλικάρια ν’ αφιερώσουν το γοργό σκαρί.

Ο Αίσονας όμως, ο πατέρας του Ιάσονα, απουσίαζε απ’ αυτή την παλλαϊκή εκδήλωση. Ήταν κατάκοιτος, γέρος και ανήμπορος, σαν να περίμενε ν’ ακούσει για την τύχη του γιου του και μετά να πεθάνει. Σαν να τον κρατούσε στη ζωή εκείνη η προσμονή. Ο Ιάσονας λυπήθηκε πολύ για τον πατέρα του και η αφοσιωμένη του Μήδεια, για μια ακόμη φορά, θέλησε να του συμπαρασταθεί. Επιστρατεύοντας όλες τις γνώσεις της γύρω από την τέχνη της μαγείας, η αθάνατη εγγονή του Ήλιου, κατάφερε να κάνει τον Αίσονα να ξανανιώσει. Τα τρεμάμενά του πόδια πάτησαν γερά στο χώμα, τα ξεθωριασμένα μάτια του ξανά σπινθηροβόλησαν γεμάτα δίψα για ζωή, τα χέρια του, που είχαν σχεδόν παραλύσει, κρατούσαν γερά το στήριγμά του, τον αγαπημένο του Ιάσονα και τη γυναίκα εκείνη, που άλλη όμοιά της δεν υπήρξε ποτέ στον κόσμο. Τη γυναίκα στην οποία χρωστούσε τη ζωή του και την επιτυχία του ο γιος του και οι σύντροφοί του, αλλά και ο ίδιος, που, ενώ ήταν έτοιμος για το αιώνιο ταξίδι το χωρίς επιστροφή, τώρα ατένιζε με αισιοδοξία τη ζωή.

Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΕΛΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΗΔΕΙΑ

Αλλά και ο Πελίας είχε, στο μεταξύ, γεράσει πολύ. Η Μήδεια πέρασε μπροστά από τα μάτια της όλα τα κακά, που αυτός διέπραξε στην οικογένειά του αγαπημένου της. Άρπαξε το θρόνο από το νόμιμο κάτοχό του, τον αδερφό του τον Αίσονα, έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του Ιάσονα και έσπρωξε στο θάνατο το μικρότερο αδερφό του τελευταίου. Επιπλέον θα έπρεπε τώρα -σύμφωνα με την αρχική συμφωνία ανάμεσα στον Πελία και τον Ιάσονα- να πάρει ο πρώτος το χρυσόμαλλο δέρας, για να παραχωρήσει, σαν αντάλλαγμα, το θρόνο.

Μα η Μήδεια το θεωρούσε άδικο αυτό. Να καρπωθεί κάποιος που δε συμμετείχε σε κανέναν από τους κινδύνους, ένα αγαθό που κάποιος άλλος, για να τ’ αποχτήσει, έθεσε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα τόσο τη δική του, όσο και των συντρόφων του. Μέσα στα στήθια της φούντωσε ξαφνικά η οργή και ο πόθος της για εκδίκηση.

Ήθελε να πληρώσει με τη ζωή του ένας άδικος και σκληρός άνθρωπος, που, για να ικανοποιήσει το πάθος της αρχομανίας του, δε λογάριασε ούτε τους νόμους των θεών, ούτε το δίκιο των ανθρώπων, ούτε το δεσμό αίματος που τον συνέδεε με τους ανθρώπους που θέλησε ν’ αδικήσει. Προσποιήθηκε λοιπόν ότι προσφέρεται να βοηθήσει και τον Πελία -όπως έγινε με τον Αίσονα- να αποχτήσει το σφρίγος, τη δύναμη και την αντοχή της νεότητάς του. Πλησίασε λοιπόν τις τέσσερις κόρες του γερο βασιλιά και προσπάθησε να τις πείσει ότι έπρεπε να του κάνουν τα μάγια του ξανανιώματός του, που αυτή θα τους υποδείκνυε. Αλλά, επειδή αυτές ήταν δύσπιστες και αναποφάσιστες, για να τις πείσει, έσφαξε ένα γέρικο κριάρι, το έκανε μικρά μικρά κομμάτια και το έβαλε μέσα σε μια χύτρα για να βράσει. Με τα τεχνάσματα όμως που αυτή κάτεχε, έκανε ν’ αναπηδήσει μέσα από τη χύτρα ένα νέο, ζωντανό πρόβατο.

Τότε οι τρεις από τις τέσσερις κόρες του Πελία, μένοντας έκθαμβες από τις ικανότητες της μάγισσας, πείστηκαν να κάνουν στον πατέρα τους ό,τι έκανε η Μήδεια με το γέρικο πρόβατο. Μόνο η Άλκηστη είχε τις επιφυλάξεις της και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να εφαρμόσει στον πατέρα της τέτοια τεχνάσματα. Φοβόταν το σκοτεινό πρόσωπο της ξενόφερτης μάγισσας. Διαισθανόταν πως η γυναίκα εκείνη, όχι μόνο δεν είχε την πρόθεση να βοηθήσει τον πατέρα της, αλλ’ απεναντίας ότι επιδίωκε την καταστροφή του.

Μάταια όμως η Άλκηστη προσπάθησε ν’ αποτρέψει τις αδερφές της ν’ αφεθούν στα παραπλανητικά τεχνάσματα της Μήδειας. Εκείνες, απτόητες, έσφαξαν και κομμάτιασαν τον πατέρα τους και έριξαν τα κομμάτια του στη χύτρα, για να βράσουν. Μάταια όμως περίμεναν να ξεπηδήσει από τη χύτρα ένας νέος, ξανανιωμένος Πελίας.

Τα μάγια δεν έπιασαν. Η Μήδεια δεν έδωσε στις τρεις αδερφές το τελετουργικό (μαγικά λόγια και μαγικές κινήσεις) που έπρεπε να εφαρμοστεί παράλληλα με την ίδια την πράξη του βρασίματος των κομματιών του σώματος. Έτσι η μάγισσα έδειξε το άλλο της πρόσωπο, της εκδικητικότητας, παράλληλα όμως ένας άδικος βασιλιάς πλήρωνε με τη ζωή του τις άνομες πράξεις του.

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ ΣΤΗ ΚΟΡΙΝΘΟ

Μετά απ’ αυτή την πράξη της εκδίκησης ο Ιάσονας δεν ήθελε να μείνει στο θρόνο της Ιωλκού. Ένιωθε ντροπή για την ύπουλη, σατανική πράξη της γυναίκας του. Ντρεπόταν το λαό της Ιωλκού, γιατί δεν περίμενε να πάρει από τον Πελία το θρόνο με ειρηνικό τρόπο, σύμφωνα με τη συμφωνία που είχε γίνει από την αρχή ανάμεσά τους, αλλά με τον πιο σκληρό και απάνθρωπο τρόπο, που έκανε να νιώθουν φρίκη ακόμα και οι ίδιοι οι θεοί. Γιατί τέτοιες φρικιαστικές πράξεις δεν τις ανέχονταν ούτε ακόμα και οι θεοί, που ήταν, κατά κάποιο τρόπο, συνηθισμένοι να βλέπουν διαχρονικά την αγριότητα, τη σκληρότητα και βαναυσότητα των ανθρώπων σ’ όλη τους την ένταση.

Είναι γνωστή η τιμωρία των θεών που επέβαλαν στον Τάνταλο (που τον καταδίκασαν στον Άδη να πεινά, αλλά να μην μπορεί να κόψει τους καρπούς του δέντρου που ήταν πάνω από το κεφάλι του, γιατί τα κλαδιά απομακρύνονταν, και να διψά, αλλά να μην μπορεί να πιεί, γιατί επίσης η πηγή ξεμάκραινε από κοντά του). Κι αυτό γιατί τόλμησε να σφάξει το γιο του Πέλοπα και να τον μαγειρέψει, για να καταλάβει, σε δείπνο που παρέθεσε στους θεούς, αν αυτοί μπορούσαν να αντιληφθούν τι τους προσφερόταν για φαγητό.

Αλλά οι θεοί -εκτός της Δήμητρας, που ήταν στενοχωρημένη για την αρπαγή από τον Πλούτωνα της κόρης της Περσεφόνης- κατάλαβαν τι είχε κάνει ο Τάνταλος και δεν έφαγαν το βρασμένο παιδί του, που το ανάστησαν.Ο Ιάσονας ντρεπόταν ακόμα και το γιο του Πελία Άκαστο, που, αν και ο πατέρας του είχε αντιταχθεί στη συμμετοχή του στην Αργοναυτική εκστρατεία, εκείνος πήρε μέρος σ’ αυτή, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στον αγώνα. Γι’ αυτό ο Ιάσονας προτίμησε ν’ αφήσει το θρόνο της Ιωλκού στον Άκαστο και ν’ αποσυρθεί με τη Μήδεια στην Κόρινθο.

Γιατί από όλες τις πόλεις της στερεάς Ελλάδας μόνο αυτή ανήκει στη δικαιοδοσία του θεού Ήλιου, πράγμα που σήμαινε ότι αποτελούσε νόμιμη κληρονομιά της Μήδειας, αφού ήταν εγγονή του. Πράγματι, οι Κορίνθιοι ανέκαθεν τιμούσαν το θεό Ήλιο ως το μεγαλύτερο απ’ όλους τους άλλους θεούς. Ιερή περιοχή, αφιερωμένη στον Ήλιο ήταν η κορυφή του Ακροκόρινθου, που ορθωνόταν επιβλητική πάνω από την πόλη. Όμως ο θεός παραχώρησε αργότερα τον Ακροκόρινθο στην Αφροδίτη.

Η γυναίκα του Ήλιου Αντιόπη είχε γεννήσει στον Ακροκόρινθο τα δυο της παιδιά: τον Αιήτη, τον πατέρα της Μήδειας, και τον Αλωέα. Ο τελευταίος πήρε από τον Ήλιο, σαν δώρο, τη χώρα που βρίσκεται κάτω από τον Ασωπό ποταμό, ενώ ο πρώτος την Κόρινθο. Τον τοποτηρητή του Αιήτη στην Κόρινθο τον ονόμαζαν Βούνο. Πάνω στο ύψωμα, που είχε την ονομασία “Βούνος”, ήταν χτισμένος ένας επιβλητικός ναός, αφιερωμένος στην Ήρα, της Βουνίας Ήρας, όπως την ονόμαζαν οι Κορίνθιοι.

Εκεί έστελναν οι ντόπιοι κάτοικοι για υπηρεσία στο ναό εφτά αγόρια και εφτά κορίτσια, όσα έστελναν και οι Αθηναίοι στο Μινώταυρο της Κνωσού, στην Κρήτη. Αυτά τα παιδιά, αφού έμεναν όλο το χρόνο στο ναό, σαν σ’ εξορία, απομονωμένα από τον υπόλοιπο κόσμο, τα μοιρολογούσαν και τα θυσίαζαν στο τέλος, για να εξευμενίσουν τάχα τους εξοργισμένους υποχθόνιους θεούς.

Στην πιο ψηλή, λοιπόν, κορφή του Ακροκορίνθου η Μήδεια ίδρυσε ένα ναό και τον αφιέρωσε στην Αφροδίτη. Η ίδια όμως πρόσφερε υπηρεσίες στο ναό της Ήρας, όπως στην πατρίδα της την Αία υπηρετούσε στο ναό της Εκάτης.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ

Κάποτε ο Δίας επιθύμησε να σμίξει ερωτικά μαζί της, όπως έκανε, άλλωστε, με τόσες άλλες γυναίκες, που αυτός ερωτευόταν. Μα η Μήδεια αρνήθηκε, σαν ιέρεια της Ήρας. Γι’ αυτό η θεά της υποσχέθηκε ότι θα έκανε αθάνατα τα παιδιά που θα γεννούσε από τον Ιάσονα. Εφτά γιους και εφτά κορίτσια απέκτησε λοιπόν η Μήδεια και, θέλοντας, κατά την υπόσχεση της Ήρας, να τα κάνει αθάνατα, τα πήρε στο ναό, όπου τα υπέβαλε σε ορισμένες δοκιμασίες.

Μα ο Ιάσονας, που κάτι υποψιαζόταν για τις ακατονόμαστες τελετουργίες της, την έπιασε “επ’ αυτοφώρω”. Ήταν μια παρόμοια προσπάθεια με εκείνες της Δήμητρας στην Ελευσίνα που ήθελε να κάνει αθάνατο τον Δημοφώντα ή της Θέτιδας, που προσπάθησε να κάνει το ίδιο στο μικρό Αχιλλέα. Όπως λοιπόν ο Πηλέας, που έπιασε “επ’ αυτοφώρω” τη Θέτιδα να προσπαθεί να βουτήξει σε ζεματιστό νερό τον Αχιλλέα για να τον κάνει τάχα αθάνατο, ψυχράθηκε μαζί της τόσο πολύ, ώστε αργότερα οι δυο σύζυγοι να χωρίσουν, έτσι και ο Ιάσονας, μετά από την αποκάλυψη των δοκιμασιών στις οποίες υπέβαλλε τα παιδιά τους, αποστράφηκε τόσο πολύ τη Μήδεια, που ήθελε να την εγκαταλείψει.Μάταια του δικαιολογήθηκε εκείνη. Παρόλο που λίγο αργότερα η πιστή και αφοσιωμένη σύζυγος έδειξε για μιαν ακόμη φορά την αγάπη της, κάνοντάς τον ξανά νέο, εκείνος ξέχασε όλες τις ευεργεσίες της και την εγκατέλειψε για την καρδιά μιας άλλης. Ίσως οι τελετουργικές πράξεις μαγείας που υπέβαλλε τα παιδιά της η Μήδεια και οι οποίες έγιναν αντιληπτές τυχαία από τον Ιάσονα, ν’ απετέλεσαν γι’ αυτόν το πρόσχημα και την ευτελή δικαιολογία για να παντρευτεί τη Γλαύκη, την όμορφη κόρη του βασιλιά της περιοχής Κρέοντα.

Ο Κρέοντας, μάλιστα, γνωρίζοντας τις ιδιαίτερες επιδόσεις της Μήδειας στη μαγεία και φοβούμενος μήπως αυτή δημιουργήσει προβλήματα στο ζευγάρι, έδωσε εντολή να εξοριστεί αμέσως.
Η ΜΗΔΕΙΑ ΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ – ΜΑΡΜΑΡΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΟΦΟΡΟ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΟ ΣΤΗ ΔΙΟΝ – ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Οι εξευτελισμοί λοιπόν και οι ταπεινώσεις της ξεχείλισαν το ποτήρι. Η αχαριστία, που φτάνει στα όρια της αναλγησίας, από το σύζυγό της στον οποίο πολλές φορές χάρισε τη ζωή, τραυμάτισε ανεπανόρθωτα την περηφάνια της. Έτσι, ο έρωτάς της προς αυτόν έγινε αποστροφή, η αφοσίωσή της μετατράπηκε σε αγανάκτηση, που ήθελε ικανοποίηση. Όπως η ίδια υπέφερε εξαιτίας του, έτσι κι εκείνος έπρεπε να υποφέρει εξαιτίας της. Συνέλαβε λοιπόν ένα ασύγκριτο για την πρωτοτυπία του σατανικό σχέδιο.

Για να πονέσει διπλά ο άπιστος σύζυγος, έπρεπε να μη χάσει ο ίδιος τη ζωή του, αλλά να μείνει στη ζωή για να υποφέρει βλέποντας να χάνονται τα πρόσωπα που αυτός περισσότερο αγαπούσε και στην προκειμένη περίπτωση τα πρόσωπα αυτά ήταν η καινούρια του σύζυγος και τα παιδιά του από τον πρώτο γάμο. Προσποιούμενη λοιπόν τη μεγαλόψυχη, έστειλε να παρακαλέσει τον Ιάσονα να της επιτρέψει να στείλει με τα παιδιά της δώρα στη νύφη. Ανυποψίαστη εκείνη, δέχτηκε.

Ετοίμασε λοιπόν ένα ωραίο φόρεμα για τη νύφη κι έριξε διάφορα φάρμακα, φτιαγμένα από μαγικά βότανα, στην επιφάνεια που θα ερχόταν σ’ επαφή με το σώμα. Ετοίμασε επίσης και ένα στεφάνι για το βασιλιά Κρέοντα, που το άλειψε με τα ίδια μαγικά φάρμακα. Τα καταστροφικά δώρα έστειλε στους αποδέκτες τους με δυο από τα αγόρια της, τον Μέρμερο και τον Φέρη.

Μόλις ο βασιλιάς και η κόρη του φόρεσαν “τα γαμήλια δώρα” της πανούργας μάγισσας, άρχισαν να σφαδάζουν από τον πόνο. Τα μαγικά φάρμακα κόλλησαν το φόρεμα και το στεφάνι με το δέρμα, με αποτέλεσμα, εάν τα θύματα επιχειρούσαν να βγάλουν από πάνω τους τα εργαλεία εκείν, του θανάτου, να νιώθουν αφόρητους πόνους, αφού έπρεπε μαζί μ’ αυτά να βγει και το δέρμα τους. Η δύστυχη Γλαύκη, για να βρει κάποια ανακούφιση από το κάψιμο της σάρκας της, μπήκε στο νερό μιας πηγής και από τότε η πηγή αυτή, που βρίσκεται κοντά στην αγορά της Κορίνθου, ονομάζεται πηγή της Γλαύκης.

Σιγά σιγά, μαρτυρικά, πεθαίνοντας τα πρόσωπα που άμεσα σχετίζονταν με την καινούρια ζωή που επιχείρησε να κάνει ο Ιάσονας, ήταν επόμενο αυτός να πονέσει, πράγμα που, άλλωστε, επιζητούσε η Μήδεια. Μα δεν αρκέστηκε σ’ αυτή την τιμωρία ο πληγωμένος εγωισμός της. Έφτασε σε τέτοιο βαθμό εκδικητικότητας, που αποφάσισε να θυσιάσει και τα παιδιά της, για να κάνει τον Ιάσονα να πονέσει. Τα έπνιξε όλα με τα ίδια της τα χέρια!

Αφού λοιπόν σκότωσε τα παιδιά της η Μήδεια, φόρτωσε τα πτώματά τους σ’ ένα αμάξι, που το έσερναν δυο μεγάλα δυνατά φίδια -δώρο του θεού Ήλιου- και ηνίοχός του ήταν ένας υποχθόνιος “δαίμονας”, ο “Οίστρος”, δηλαδή η “μανία” που έχει σαν μαλλιά φίδια. Στη συνέχεια τα έφερε στην ιερή περιοχή της Βουνίας Ήρας (όπου ήταν ιέρεια) και εκεί τα έθαψε με τα ίδια της τα χέρια, για να μπορέσουν, έτσι, μελλοντικά να συμμετέχουν και αυτά στη μυστική λατρεία της θεάς.

Έπειτα προφήτεψε το τέλος της ζωής του Ιάσονα. Θα ερχόταν εκεί όπου αυτός είχε αφιερώσει στο θεό την “Αργώ”. Και πραγματικά. Πικραμένος από τη συμπεριφορά της Μήδειας, μετανιωμένος για την επιπολαιότητά του και την αγνωμοσύνη του, κατάκοπος από τα βάσανά του, πήγε κάποια μέρα να δει ό,τι πια του έμεινε ζωντανό που αγαπούσε. Οι γονείς του είχαν ήδη πεθάνει, ο μικρότερός του αδερφός ήταν ήδη σκοτωμένος από το θείο του Πελία, όταν αυτός επέστρεψε από την Κολχίδα, η γυναίκα του Γλαύκη και ο πεθερός του πέθαναν με τον πιο φριχτό θάνατο, όπως επίσης και τα παιδιά του, από το χέρι της προηγούμενης γυναίκας του, η οποία, για να τον εκδικηθεί, έφτασε στα όρια της παραφροσύνης.

Τώρα πια δεν του έμεινε κανένα αποκούμπι, παρά μονάχα η “Αργώ”. Το καράβι, που το ένιωθε αναπόσπαστο κομμάτι από τη ζωή του, συνέχεια του εαυτού του. Μέσα στην άγρια μοναξιά του, η μόνη του παρηγοριά ήταν αυτό. Μιλούσε μαζί του, του διηγούνταν τα βάσανά του, την αβάσταχτη ζωή του, που χωρίς νόημα κουβαλούσε, σαν ένα σακί με άχρηστα αντικείμενα. Ήταν ένας ξεπεσμένος ήρωας, αποδιωγμένος από τον ίδιο του τον εαυτό, από τ’ ανεπανόρθωτα λάθη του, που τον εξόρισαν οριστικά από τ’ όμορφο βασίλειο της ευτυχίας. Πώς έμοιαζε η μοίρα του με εκείνη του καραβιού! Το ασύγκριτο θαύμα της τεχνολογίας, το πιο ελαφρύ, στέρεο και γρήγορο σκαρί, που πρώτο πέρασε τις Συμπληγάδες, το φόβο και τον τρόμο των ναυτικών, και έφερε στην Ελλάδα το χρυσόμαλλο δέρας, κείτονταν παροπλισμένο, άχρηστο, μακριά από το φυσικό του χώρο, και σάπιζε.

Έτσι και ο ίδιος ένιωθε, άχρηστος, να σαπίζει. Τι και αν η Μήδεια τον ξανάνιωσε; Με τις πράξεις της τον ξαναγέρασε. Κάτω από τον καυτό ήλιο του μεσημεριού, ένιωσε τόσο κουρασμένος, που δεν άντεξε· ξάπλωσε στον ίσκιο του καραβιού. Εκεί λοιπόν, στο ναό του Ποσειδώνα, στον Ισθμό, όπου αφιέρωσε την αγάπη της ζωής του που ποτέ δεν τον πρόδωσε μ’ όσα λάθη και αν αυτός έκανε, τον βρήκε ο θάνατος, καθώς ένα δοκάρι του καραβιού τον χτύπησε στο κεφάλι.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η Μήδεια, ωστόσο, δεν άργησε στη θέση ενός πεθαμένου της έρωτα ν’ αφήσει ν’ αναστηθεί ένας καινούριος. Ο Αιγέας, βασιλιάς της Αθήνας, στο δρόμο του από το μαντείο των Δελφών προς τον Πιτθέα της Τροιζήνας, συνάντησε τη Μήδεια και τη ζήτησε σε γάμο. Από το γάμο της με τον Αιγέα απέκτησε ένα γιο, τον Μήδο.

Η Μήδεια έζησε με τον Αιγέα γαλήνια και ευτυχισμένα μέχρι που ήρθε στην Αθήνα ο Θησέας και πήρε την εξουσία. Δεν προσπάθησε, παρόλο που μπορούσε, να εμποδίσει το φιλόδοξο νέο να πάρει το θρόνο. Πήρε το γιο της και έφυγε στην Ασία, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα και έζησε για πάντα, αφού ήταν αθάνατη. Από τη γενιά της γεννήθηκε το έθνος των Μήδων.

Advertisements
%d bloggers like this: