Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

Η ΖΩΗ ΣΤΗ ΜΙΝΩΙΚΗ ΚΡΗΤΗ

Όταν στις αρχές του αιώνα μας με τις ανασκαφές του Έβανς έγινε γνωστός ο μινωικός πολιτισμός, ήταν σαν να ξεπρόβαλε ανάμεσα από τα νεφελώματα του παρελθόντος ένας νέος κόσμος, μυθικός, άγνωστος ως τότε μα απέραντα γοητευτικός. Οι υποθέσεις της αρχαιολογικής επι-στημονικής έρευνας καθώς οι ανασκαφές συνεχίστηκαν έκτοτε από Έλληνες και ξένους για τα προβλήματα του μινωικού πολιτισμού και οι αμφιβολίες όχι μόνο δεν τον στέρησαν από την γοητεία του, αλλά αντίθετα μεγάλωσαν το ενδιαφέρον όλου του κόσμου γι’ αυτόν. Το να προσπαθήσει κανείς να δώσει μια εικόνα της μινωικής ζωής δεν είναι βέβαια κάτι εύκολο. Όχι μόνο γιατί πρέπει να στηριχθεί κυρίως στα μνημεία, που είναι αντιφατικοί μάρτυρες, άλλοτε κατηγορηματικοί και άλλοτε δίβουλοι και δίγνωμοι, μα ακόμα γιατί ο μινωικός πολιτισμός, όπως και κάθε ζωντανός οργανισμός, δεν υπήρξε κάτι στατικό και αμετάβλητο. Από το 2600 π.Χ., οπότε τελειώνει ο νεολιθικός πολιτισμός, ως το 1400 π.Χ. δηλαδή 1.200 χρόνια, έζησαν πολλές γενιές ανθρώπων και συνέβησαν πολλά γεγονότα και στο εσωτερικό του νησιού και στον εξωτερικό κόσμο που επηρέασαν και τη δική του ζωή.

Από το 2000 ως το 1700 η νήσος φτάνει σε μεγάλη ακμή. Τα <<γένη>> χάνουν πια τη σημασία τους και οι μικροί τοπικοί πρίγκιπες γίνονται ισχυροί βασιλιάδες. Γύρω στα 1900 χτίζονται τα πρώτα μεγαλοπρεπή ανάκτορα της Φαιστού, της Κνωσού και των Μαλίων. Οι τρεις βασιλιάδες βρίσκονται σε κάποια ισορροπία και οπωσδήποτε οι σχέσεις τους δεν είναι εχθρικές. Στα 1640 περίπου, τα ανάκτορα καταστρέφονται, από ένα καταστρεπτικό σεισμό, για να χτιστούν αμέσως μεγαλύτερα και ωραιότερα. Ο βασιλιάς της Κνωσού Μίνως φαίνεται πως έχει την ολοκληρωτική ηγεμονία του νησιού αυτή την εποχή, ενώ παράλληλα γίνεται και ένας ειρηνικός αποικισμός των Κρητών, κυρίως προς τα νησιά του Αιγαίου και τις ακτές της Μ.Ασίας.

Οι Κρήτες υπήρξαν ναυτικός λαός και οι σχέσεις τους με τους άλλους λαούς που κατοικούσαν γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου είναι κάτι βέβαιο. Στην κυρίως Ελλάδα όπου έχουν εγκατασταθεί οι Αχαιοί η επιρροή της Κρήτης κατά τον 17ο αιώνα είναι φανερή και στην τέχνη και στη μόδα. Οι Αχαιοί όμως, ισχυροί στην ξηρά, γίνονται επίσης σιγά-σιγά ακαταμάχητοι και στη θάλασσα, και έτσι από το 1450 φαίνεται πως είναι κυρίαρχοι της Κρήτης.

Μικρές αγροτικές βίλες στο εσωτερικό του νησιού και μικρές γραφικές πόλεις στα παράλια ή κοντά σε αυτά. Πολλά μαγειρικά σκεύη, υφαντικά βάρη, αγροτικά και ξυλουργικά εργαλεία που έχουν βρεθεί, από τις αγροτικές περιοχές, ελαιοπιεστήρια και πατητήρια είναι οι βουβοί μα και οι εύγλωττοι μάρτυρες για τις ασχολίες των κατοίκων των αγροτικών περιοχών. Μπορεί να φαντασθεί κανείς τα μικρά αγροτικά σπιτάκια τους, περιτριγυρισμένα από καρποφόρα δέντρα, όπου οι άντρες ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, το κυνήγι, τη μελισσοκομία και οι γυναίκες με τα έργα του σπιτιού: το άλεσμα του σταριού στους οικιακούς μύλους, το φάσιμο, το ράψιμο και το κέντημα των ρούχων. Από τα απανθρακωμένα προϊόντα και τα μινωικά ονόματα των φυτών φαίνεται άλλωστε ότι οι μινωίτες καλλιεργούσαν τα δημητριακά, τα όσπρια, άφθονα λαχανικά στους κήπους, ενώ το σπουδαιότερο μέρος της παραγωγής είναι το κρασί, το λάδι και το στάρι.

Από αυτούς γνώρισαν τα προϊόντα αυτά και οι κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου. Η αρχαία παράδοση δείχνει πως οι Μινωικοί Κρήτες υπήρξαν δάσκαλοι των συστηματικών καλλιεργειών της ελιάς, της αμπέλου και του σιταριού στην άλλη Ελλάδα. Κρητικός είναι ο Στάφυλος γιος του θεού Διονύσου και της κρητικιάς βασιλοπούλας Αριάδνης – που κατέφυγε στην Πεπάρηθο- σημερινή Σκόπελο- και από αυτόν κατάγονται η Σπερμώ, η Οινώ και η Ελαϊς. Στη Σαμοθράκη βρέθηκαν πρόσφατα πινακίδες με κρητικά ιερογλυφικά, όμοιες των οποίων βρέθηκαν παλαιότερα στην Κνωσό, και αναφέρουν την εισαγωγή κλιμάτων αμπέλου. Οι Μινωικοί Κρήτες όμως δεν υπήρξαν απλά καλοί γεωργοί. Παρατηρητικώτατοι, μελετούν τις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών. Μια λαϊκή ιατρική, βασισμένη στην πείρα τους κάνει να ξεχωρίζουν τα φυτά, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην φαρμακευτική (Σφραγίδες με κρητική ιερογλυφική γραφή που βρέθηκαν στη Ζάκρο αναφέρουν είδη φαρμάκων, όπως π.χ. τη στρυχνίνη, στο σφράγισμα με τον περίφημο ελαφοκέφαλο). Τα αρωματικά φυτά και οι αρωματικοί σπόροι έχουν μεγάλη ζήτηση και πολύ γρήγορα αποτελούν αντικείμενο εμπορίου. Οι αγρότες αυτοί έχουν επίσης κοπάδια από βόδια, πρόβατα, χοίρους, κατσίκες.

Ιδιαίτερα χρήσιμα για τις μεταφορές και τη γεωργία είναι τα βόδια. Οι μινωίτες δεν ξέρουν το άλογο που για πρώτη φορά εισάγεται στα Υστερομινωικά χρόνια (1600 π.Χ.), ξέρουν όμως τα γαϊδουράκια, τα οποία με την αιώνια υπομονή τους διασχίζουν τους δρόμους που συνδέουν τα διάφορα κέντρα, στα οποία συγκεντρώνονται τα προϊόντα των αγρών και η ξυλεία των βουνών. Οι δρυς, τα έλατα, τα κυπαρίσσια, που σκεπάζουν τα ψηλά κρητικά βουνά, είναι χρησιμότατα για την κατασκευή ναυτικού στόλου.

Αλλά ο μινωικός πολιτισμός δεν υπήρξε έργο αγροτών. Εκτός από τον πληθυσμό που κατοικεί στην ύπαιθρο υπάρχει και ένα πλήθος ανθρώπων που ζουν σε μεγαλύτερα κέντρα. Αυτά δεν απέχουν πολύ από την θάλασσα ή τις ακρογιαλιές. Ποτέ τα παράλια της Κρήτης ιδίως στα ΒΑ του νησιού – δεν κατοικήθηκαν τόσο πυκνά. Οι μεγαλύ-τερες από τις μινωικές αυτές πόλεις, που κάποτε είναι πολυάριθμες, έχουν ένα κέντρο και σε αυτό οδηγούν οι στενοί πλακόστρωτοι δρόμοι, ανάμεσα στα σπίτια που δίνουν την εικόνα μίας ζωής ανεπτυγμένης. Το σημείο που κυριαρχεί είναι τα μεγάλα ανάκτορα (Φαιστός, Κνωσός, Μάλια, Ζάκρος). Οι αυλές τους, οι κήποι τους, οι αίθουσες υποδοχής, τα ιερά, τα ιδιαίτερα διαμερίσματα, οι αποθήκες, το ύψος τους, με τα πολλά πατώματα και τις βεράντες, αποτελούν ένα πολυδαίδαλο συγκρότημα. Μεγαλοπρεπή είναι και τα γύρω από τα ανάκτορα ή τις πριγκηπικές κατοικίες σπίτια, που φαίνεται πώς ανήκουν σε ανωτέρους στρατιωτικούς ή διοικητικούς υπαλλήλους ή και σε ιερείς (όπως η περίπτωση των Αρχανών για την Κνωσό). Τα επιμελημένα εσωτερικά με τοίχους σκεπασμένους από γυαλιστερό γυψόλιθο ή θαυμάσιες τοιχογραφίες, με πατώματα στιλπνά, με οροφές επιμελημένες, με υδραυλικές εγκαταστάσεις και λουτρά, μαρτυρούν μια κοινωνία κομψή με απαιτήσεις, που χτίζει σπίτια άνετα και απαιτεί καλαισθητικά εσωτερικά. Αλλά και μέσα στα σπίτια αυτά βρίσκονται μικρά στενόχωρα δωμάτια και λίγο μακρύτερα από τα μεγάλα αυτά μέγαρα υπάρχουν φτωχικές κατοικίες.

Χαρακτηριστική εικόνα για την ιδιαίτερη σύσταση μιας μινωικής πόλης δίνουν τα Γουρνιά με τα στενά εργαστήρια, που ο χρόνος διαφύλαξε, και το μέγαρα του άρχοντα ψηλά στην κορφή του λόφου, που είναι χτισμένη η πόλη. Δεν θα μπορέσει κανείς να καταλάβει την κοινωνική οργάνωση του μινωικού κόσμου αν δεν εννοήσει τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της μινωικής οικονομίας που βάση της είναι το ανάκτορο. Όλη η ζωή της πόλης είναι κλεισμένη στο ανάκτορο και γύρω από αυτό. Ο βασιλιάς έχει θεία δύναμη. Είναι ο μεγάλος αρχιερέας, ο ανώτατος δικαστής και ο αρχιστράτηγος. Περιβάλλεται από ιερείς, αξιωματούχους, υπαλλήλους. Απ’ αυτόν εξαρτάται η γραφειοκρατία του ανακτόρου. Στα απόμερα διαμερίσματα οι γραφείς καταγράφουν στις πινακίδες τους δούλους, τον οπλισμό, τα ποίμνια και τα εισοδήματα του ανακτόρου ενώ στρατιώτες αγρυπνούν και φρουρούν για την τάξη. Ο κρατικός πλούτος ανήκει στον βασιλιά. Σ’ αυτόν επίσης ανήκει και ο στόλος. Οι πρίγκιπες των επαρχιών είναι αντιπρόσωποί του και η ζωή τους πρέπει να είναι ανάλογη. Πλούτος και πολυτέλεια τους δίνει την κοινωνική παράσταση που επιβάλλει η θέση τους. Ανώτερος διπλωμάτης ο βασιλιάς δέχεται στην αυλή του τους αντιπροσώπους των ξένων κρατών, αλλά και οι πρίγκιπες του Παλαίκαστρου, της Ψείρας ή του Μόχλου, πολλές φορές υποδέχονται τους επίσημους ανατολίτες που φτάνουν από την Συρία ή την Κύπρο. Οι εμπορικές ανταλλαγές ειδών σε μεγάλη κλίμακα γίνονται επίσης από τα ανάκτορα. Τα αιγυπτιακά κείμενα μιλούν για τις ανταλλαγές που κάνει ο Φαραώ με τη Βαβυλώνα, την Κύπρο και την Κρήτη. Οι <<Κεφτί>> (Κρήτες) παίρνουν από τον Φαραώ χρυσάφι και ελεφαντόδοντο, πολυτελή υφάσματα και αρώματα, σκλάβους της Νουβίας και Παιχνιδιάρικους πιθήκους για τους βασιλικούς κήπους του Μίνωα. Σε αντάλλαγμα προσφέρουν στο Φαραώ τα θαυμαστά προϊόντα της μεταλλοτεχνίας τους. Ανταλλαγές σε μικρή κλίμακα ίσως γίνονται και με ιδιώτες. Εμπόριο όμως σε μεγάλη έκταση, βασισμένο στην ατομική πρωτοβουλία είναι αμφίβολο αν υπήρχε στα μινωικά χρόνια. “Δήμος” δεν φαίνεται να υπάρχει στο μινωικό κόσμο, ενώ αντίθετα αναμφίβολη πρέπει να θεωρείται η δουλεία. Ένα πλήθος τεχνιτών είναι εξαρτημένοι από τα ανάκτορα ή τις πριγκηπικές επαύλεις. Εκεί έχουν τα εργαστήριά τους και παράγουν θαυμάσια έργα κεραμικής, γλυπτικής, χρυσοχοΐας ή σφραγιδο-γλυφίας για χάρη του βασιλιά ή του πρίγκιπα. Φυσικά δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς ότι υπάρχουν τεχνίτες που αποτελούν μια οπωσδήποτε ελεύθερη τάξη, οργανωμένοι σε συντεχνίες που εργάζονται σε παζάρια μέσα στις πόλεις.

Βασιλικοί ή μη, οι τεχνίτες αυτοί κάνουν όμως πάντοτε αριστουργήματα και είναι φανερό ότι το ζωηρό και εφευρετικό μυαλό τους δεν γνωρίζει περιορισμούς.

Η Καλλιτεχνική ελευθερία που έχει ο μινωίτης τεχνίτης είναι κάτι το αναμφισβήτητο. Αυτό εξηγεί και την ποικιλία των μορφών και την αναζήτηση νέων εκφραστικών τρόπων, που χαρακτηρίζει την εξέλιξη της μινωικής αγγειογραφίας και πλαστικής αλλά και την ύπαρξη θαυμαστών τοπικών εργαστηρίων σε όλο το νησί.

Τα ταξίδια, η εργασία, η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού δεν είναι όμως το πάν για τη ζωή των ανθρώπων αυτών. Θερμές μεσογειακές φύσεις έχουν καταλάβει τη γλύκα της ζωής και η διάθεση τους είναι κοσμική και πρόσχαρη. Αγαπούν τις γιορτές, τις τελετές, το χορό, τα τραγούδια. Ο Όμηρος όταν αναφέρει ότι οι Κρήτες είναι σπουδαίοι χορευτές διασώζει μια παλιά μινωική ανάμνηση. Ο χορός είναι κάτι που ανταποκρίνεται στο πνεύμα αυτών των ευκίνητων ανδρών και των μελαχρινών γυναικών, που είναι γεμάτες φιλαρέσκεια και χάρη. Τις φαντάζεται κανείς να ζουν στα κομψά και απλά επιπλωμένα σπίτια τους, δροσερά το καλοκαίρι και θερμασμένα το χειμώνα, με κινητά μαγκάλια, με δωμάτια ολόφωτα και άλλα μισοσκότεινα που ακόμα και τη μέρα πρέπει να φωτίζονται από τους λύχνους και βλέπει ότι ιδιαίτερη φροντίδα τους είναι η ομορφιά τους. Το νερό που κυλά άφθονο στα διαμερίσματα τους δείχνει πως ήξεραν ότι η κύρια βάση της ομορφιάς είναι η καθαριότητα. Έπειτα έρχεται η σωματική άσκηση, που δίνει στο σώμα νεανική ευλυγισία, χάρη και κομψότητα. Οδηγούν ίσως τα άρματα, παίρνουν μέρος στα ακροβατικά γυμνάσια με τον ταύρο και συμμετέχουν πάντα στις γιορτές, στις τελετές και στα συμπόσια. Αντίθετα με ότι συνέβαινε στην αρχαία Ελλάδα που η γυναίκα ήταν κλεισμένη στα βάθη του σπιτιού ή μινωίτισσα είναι πανταχού παρούσα. Η αβρότης των κυριών του μινωικού κόσμου τις τοποθετεί στις πρώτες θέσεις όταν γίνονται δημόσιες συγκεντρώσεις. Φτάνουν με φορεία, που τα κρατούν δούλοι και κατεβαίνουν απ΄αυτά κομψές και αρωματισμένες, γεμάτες πρόσχαρη διάθεση. Στις τοιχογραφίες προβάλλουν φλύαρες και κοσμικές ενώ περιμένουν την έναρξη κάποιας τελετής. Άλλοτε πάλι στα ήσυχα σαλόνια των μεγάρων καθισμένες ώρες γαλήνιες, κεντούν ή παίζουν ζατρίκιο. Η επαφή με το άλλο φύλο τονώνει τη γυναικεία τους φιλαρέσκεια. Από τα ειδώλια μας είναι γνωστή η μινωική μόδα. Η κεντρική αρχή της είναι να τονίσει τη θηλυκότητα και τις καμπύλες του σώματος. Οι φούστες των φορεμάτων, είναι πλούσιες, πολύχρωμες, με πολλά βολάν, άλλοτε με μεγάλες πιέτες, άλλοτε ολοκέντητες, άλλοτε με ζώνες πλατιές που δένουν σε φιόγκους ή σφίγγονται στη μέση. Το κορσάζ πολύ στενό αφήνει συνήθως το στήθος γυμνό, έχει κοντά μανίκια και στολίζεται με κορδέλες, κεντήματα και κάποτε με πανύψηλους γιακάδες. Συχνά φορούν καπέλα και έχουν πάντοτε πλούσια μαλλιά χτενισμένα πολύπλοκα και στολισμένα με κοσμήματα. Πλούσιες και φτωχές τρελαίνονται για τα κοσμήματα, ακριβά ή φτηνά. Συχνά όταν κυκλοφορούν ξυπόλυτες στα γυαλισμένα αστραφτερά δάπεδα των σπιτιών τους έχουν βραχιόλια στα πόδια τους. Φυσικά άλλοτε φορούν παπούτσια και αυτές οι θερμές μεσογειακές γυναίκες είναι βέβαιο πως βάφουν τα χείλη, το πρόσωπο, τα νύχια των χεριών και των ποδιών τους ίσως και τα μαλλιά τους, όπως και οι μεταγενέστερές των Αρχαίες Ελληνίδες. Η φιλαρέσκεια του λεγόμενου συνετού φύλου των ανδρών δεν είναι πολύ μικρότερη. Αφήνουν και αυτοί πλούσια μαλλιά, είναι όμως πάντοτε χωρίς γένεια και καλοξυρισμένοι. Μ΄όλο που το ένδυμά τους είναι πολύ απλό – ένα περίζωμα από τη μέση ως πάνω από τα γόνατα – φορούν και αυτοί πολλά κοσμήματα. Η εμφάνισή τους όμως είναι αρρενωπότατη. Αυτό το χρωστούν βέβαια στον αθλητισμό. Το τρέξιμο, η πάλη, τα ακροβατικά γυμνάσια όταν παίζουν με τον ταύρο είναι τα αγαπημένα τους αγωνίσματα. Σαν θαλασσινοί είναι βέβαια και άριστοι κολυμβητές, ενώ σαν τοξότες διαπρέπουν στο σημάδι.

Η πολιτική ζωή, οι επιδιώξεις οι επαγγελματικές, οι χαρές και οι πόνοι της καθημερινής ζωής δεν είναι οι μόνοι κύκλοι γύρω από τους οποίους κινείται ο μινωικός κόσμος. Όλα αυτά επηρεάζονται βαθύτατα από τη θρησκεία. Κάθε πνευματική και καλλιτεχνική εκδήλωση εμπνέεται από τη Μεγάλη Μινωική θεά που κυριαρχεί, όχι μόνο στο σύμπαν αλλά και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Είναι η μεγάλη θεά – Μητέρα και εμφανίζεται με πάρα πολλές ιδιότητες. Είναι “πότνια θηρών” ή “δαμάστρια των θηρίων”, “Βριτόμαρτις” που σημαίνει γλυκιά παρθένα, παρθενική θεά και θεά των τοκετών, ειρηνική, αλλά και προστάτισσα του πολέμου. Είναι θεά της γης, αλλά και της θάλασσας και του ουρανού. Αυτή σείει τα σπλάχνα της γης και κάνει τα δένδρα, τα φυτά και τα λουλούδια να ανθίζουν και να καρποφορούν. Σε αυτήν ανήκουν τα άστρα του ουρανού, αυτή κυριαρχεί στα κύματα, αυτή προστατεύει τα πλοία των ναυτικών. Άλλοι θεοί δεν υπάρχουν.

Συχνά μόνο συνοδεύεται από ένα νεαρό θεό της βλάστησης και από άλλα δαιμονικά όντα. Ο κρητικός λαός πίστευε ότι η ίδια η βλάστηση ήταν ενσάρκωση ενός Νεαρού Θεού ή Θείου Βρέφους. Ακολουθώντας τον ετήσιο κύκλο της φύσης με τη βλάστηση δένδρων και φυτών και τον μαρασμό τους στη συνέχεια, οι Μινωίτες μετέφεραν σε επίπεδο θρησκευτικό τη γέννηση, τον θάνατο και την αναγέννηση του Νεαρού Θεού. Ο θεός αυτός άλλοτε ονομάζεται Βέλχανος (κύριος των θηρίων) και άλλοτε Υάκινθος (αδύναμος σαν παιδί), και στις ποικίλες μινωικές απεικονίσεις εμφανίζεται είτε ως σύντροφος της Μητέρας Θεάς είτε ως βρέφος της. Συχνά όμως στη θέση του Νεαρού Θεού οι Μινωίτες λάτρευαν και μια Νεαρή Θεά που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο. Για τους πιστούς αυτή η θεά ήταν η Αριάδνη, η κόρη του Μίνωα. Είναι φανερό πως η μινωική θρησκεία υπήρξε μια ατελής μονοθεΐα, συνδυασμένη με πανάρχαιες αναμνήσεις λιθολατρείας. Κέντρο της λατρείας είναι η θεά της οποίας η παρουσία συμβολίζεται με άπειρα ιερά σύμβολα: διπλούς πελέκεις, τρίαινες, αστέρες, κεραυνούς, στάχυα και άλλα.

Οι μινωίτες τη λατρεύουν μέσα στα σπήλαια και μέσα στο ζοφερό σκοτάδι όπου προβάλλουν σαν μαγικά όντα οι σταλακτίτες καταλαμβάνονται από βαθιά μυστικοπάθεια. Τη λατρεύουν ακόμα μέσα σε απόμερα σκοτεινά οικιακά ιερά ή στις κορφές των βουνών όπου ανάβουν μεγάλες καθαρτήριες φωτιές και με προσευχές, μαγικές τελετουργίες και επικλήσεις, προσπαθούν να έλθουν σε επαφή με τη θεότητα. Αλλά τελετές φαίνεται ότι γίνονται και στους ανοικτούς χώρους, στις αυλές των ανακτόρων και στα ιερά άλση. Οι τελετές αυτές με την παρουσία του βασιλιά, των αξιωματούχων, των ιερέων και των μουσικών που συνοδεύουν τις ιέρειες όταν εκτελούν τους ρυθμικούς εκστατικούς χορούς τους και με το πλήθος του κόσμου που συμμετέχει, παίρνουν χαρακτήρα πάνδημων εκδηλώσεων.

Ανώτατη ιέρεια είναι η βασίλισσα η οποία ύστερα από ορισμένη τελετουργική τάξη κάνει την εμφανισή της και η παρουσία της συμβολίζει την επιφάνεια της θεότητας. Αν σε αυτές τις τελετές προσθέσει κανείς τις θυσίες των ζώων, τις σπονδές και τα ακροβατικά παιγνίδια με τον ταύρο δεν θα ήταν τολμηρό να υποθέσει ότι η μινωική θρησκεία συνδύαζε τη μυστικοπάθεια με ένα έντονο κοσμικό πνεύμα.

Αυτό που δεν ξέρουμε από τις γιορτές αυτές είναι οι ιερατικοί ύμνοι. Μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν και για τη μινωική λογοτεχνία. Ένας λαός όμως με τόση θερμότητα και καλλιτεχνική ευαισθησία, πρέπει να τραγούδησε στη γλώσσα του, που ήταν η ελληνική, όχι μόνο τις χαρές και τις λύπες του, μα και το δέος του μπρος στο θείο. Σκοτεινές μένουν και οι αντιλήψεις των μινωιτών για το θάνατο. Σέβονται τους νεκρούς, τους θάβουν σε λαξευτούς τάφους, ή σε πιθάρια, ή σε σαρκοφάγους, τους αποθέτουν τις σφραγίδες, τα όπλα, τα αγγεία τους, τους θυσιάζουν με θυμιατήρια, αλλά τι ακριβώς πιστεύουν; Πως χάνεται η ψυχή μαζί με το σώμα ή πως διατηρεί ο άνθρωπος στον άλλο κόσμο μια χλωμή, ακαθόριστη ύπαρξη; Μα πάνω σε αυτό το ζήτημα ούτε και το διαυγές αρχαίο ελληνικό πνεύμα δεν υπήρξε απόλυτα συνεπές. Ίσως ανάλογες ήταν και οι αντιλήψεις των Μινωιτών, αφού σύμφωνα με την <<ιερογλυφική>> και την Γραμμική Α΄, γραφή τους, Έλληνες ήταν και αυτοί. Αυτό πάντως που φαίνεται σίγουρο είναι πως οι Μινωίτες Έλληνες δεν βασανίζονται από μεταφυσικούς τρόπους, όπως άλλοι σύγχρονοι τους ανατολικοί λαοί, ούτε προσπαθούν να διατηρήσουν τα πάντα γύρω από το νεκρό και για χάρη του νεκρού, όπως γίνεται στην Αίγυπτο. Ζώντας μέσα στη φαντασμαγορική ομορφιά της μεσογειακής φύσης πού τους κύκλωνε, με τα καθαρά και φωτεινά της χρώματα, ένιωθαν έντονα μέσα στα στήθη τους την αγάπη αυτής της πρόσκαιρης ζωής. Ήξεραν βέβαια ότι και αυτοί θα πεθάνουν, αλλά αντιμετώπιζαν το θάνατο δημιουργώντας για την αιωνιότητα. Αυτό που δεν ήξεραν ήταν πότε θα ερχόταν ο χαλασμός. Η μεγάλη θεά τους δεν τους έσωσε για πάντα από την καταστροφή. Μια μέρα ή μια σειρά από μέρες γύρω στο 1450 σεισμοί και ένα μεγάλο σεισμικό κύμα, που το προκάλεσε η έκρηξη της θήρας, σάρωσε το έργο ολόκληρης της ζωής τους. Έτρεξαν να σωθούν στα βουνά, αφήνοντας πίσω τους ότι είχαν και δεν είχαν. Δεν πρόφτασαν, όμως να συνέλθουν, γιατί σε λίγο η κατακτητική ορμή των Αχαιών τους ανάγκασε να αναγνωρίσουν την αχαϊκή κυριαρχία στη χώρα τους, θέλοντας και μη. Άλλοι έφυγαν και ζήτησαν στα ξένα νέα φιλόξενη γη, άλλοι κατέφυγαν σε απομονωμένες περιοχές. Και μέσα στην αγωνία των δύσκολων ημερών της ζωής τους, όπως και μέσα στη χαρά των παλιών καλών ημερών, ένα μόνο δεν θα φαντάζονταν: ότι ύστερα από χιλιάδες χρόνια η αρχαιολογική σκαπάνη θα αναζητούσε τα ίχνη τους και θα προσπαθούσε με αγάπη να νιώσει τα προβλήματα της ζωής τους.

%d bloggers like this: