Beam me up Scotty…
Ο Λινουξάς ο πρώην Windowsάς και ο Τρέκκι.

Χουάν ο Παρθένος

Ο Χουάν ο Παρθένος, ξεμύτισε από το ανήλιο υπόγειο, εκεί που περνούσε τις ώρες του κρυμμένος από θεό και ανθρώπους, παίζοντας με τις φουσκωτές του κούκλες με στήθια ζουμερά, σαν της πορνοστάρ Mercedes.
– Χουάν! Δεύρο έξω, πρόσταξε η επιβλητική φωνή. Έλα να με βοηθήσεις.
Η Εσμεράλντα, η νταρντάνα γειτόνισσα, γυναίκα σαν τα κρύα τα νερά, που πούλαγε ολημερίς παγοκολόνες, με το καροτσάκι της στους δρόμους της φτωχικής συνοικίας της πόλης Ελ Βυζόν. Αποσβολωμένος από την επίκληση βοήθειας της Εσμεράλντα, ο Χουάν σκούπισε γρήγορα το βρόμικο από μερέντα στόμα του και ανέβηκε νωχελικά τα σκαλιά.

Ο θέα τον τάραξε συθέμελα. Τα πληθωρικά στήθια της Εσμεράλντα ανέμιζαν κάτω από το διάφανο λευκό πουκάμισο της, ο μαύρος στηθόδεσμος του οποίου το χρώμα διαφαίνονταν κάτω από το ύφασμα, περιέβαλε με πάθος την τεράστια μάζα… ωσάν μια Λατίνα Ντόλυ Πάρτον. Τι θα έλεγε άραγε ο Κάπτεν Πικάρντ, εάν συναντούσε τη γυναίκα αυτή; Θα την κατέτασσαν σε άλλη μορφή ζωής, βασισμένη στη σιλικόνη ή όχι;

– Έρχομαι γειτόνισσα, φώναξε ο Χουάν.

– Καλάαααα… μη γκαρίζεις, σε άκουσα… έλα να δώσεις ένα χεράκι να βάλω τις παγοκολόνες στο αμαξίδιο, είπε η νταρντάνα Εσμεράλντα. Οι πελάτες με περιμένουν και ο Χόρχε ο άντρας μου πάλι μπεκροπίνει το μεροκάματο στη χασιέντα μας με Ρούμι Μασσαλίας και χανούμισσες μπουρέκ και συχώριο.

Η έρμη εγώ τον συντηρώ, θρέφω το οχτώ παιδιά μας, ο Ζούνιορ ο μικρός πάει Δημοτικό, η Ελεσία η μικρή πάει Λύκειο, τα άλλα έξι δε, κάνουνε σκασιαρχείο από το σχολείο τους στο Beverly Hills 92010

– Γειτόνισσα καλή και χιλιοπλουμισμένη, που ο πλαστικός σου έδωσε, πλούσια τα ελέη, να βοηθήσω δε μπορώ, να σκύψω δε μου βγαίνει, έπαθα εξάρθρωση στο δεξί, το αριστερό μου γέρνει.

– Δεν παρατάς τις ρίμες Χουάν να κρατήσεις τουλάχιστον τα γκέμια του γαϊδάρου;

Αποστομωμένος ο Χουάν, που η Εσμεράλντα του σκαμπίλισε στη μούρη το τραγουδιστικό του άσμα, πιάνει τα γκέμια καθώς η νταρντάνα έσκυβε και άρπαζε τις παγοκολόνες που τις ξεφόρτωσε νωρίτερα το πρωί ο Μιγκέλ Πασταφλώρα, ο χονδρέμπορος διανομέας. Παράξενα πράγματα συμβαίναν όταν έρχονταν ο Μιγκέλ Πασταφλώρα στην αποθηκούλα που διατηρούσε η Εσμεράλντα στο πίσω μέρος της χασιέντας της. ‘Ηταν άραγε βογκητά πόνου από το κομμάτι πάγου 65 κιλών που έπεσε στο πόδι της ή μήπως το ζαχαρώναν το μήλο;

– Εσμεράλντα μου, είπε με τρεμάμενη φωνή ο Χουάν ο Παρθένος, θέλω να σε ρωτήσω κάτι, αν δε μου απαντήσεις καταλαβαίνω, αλλά σε por favor, πες μου… γιατί εγώ σε ποθώ, σε φαντασιώνομαι στο υπόγειό μου, καθώς φουσκώνω τις κούκλες μου με την τρόμπα του ποδηλάτου μου, νομίζω πως… αγγίζεις εκεί… χαμηλά…. με το αγνό παγωμένο σου χέρι, με κάνεις να νιώθω… να νιώθω…. όχι πια παρθένος!

Η Εσμεράλντα γούρλωσε τα μάτια της. Δύσκολο να πιστέψει τι της είχε μόλις πει ο 20χρονος Χουάν. Δεν ήταν άσκημος, 1,80 ύψος, 70 κιλά, με τρομερά γυμνασμένο δεξί μπράτσο και κάτι κοιλιακούς μούρλια, σαν τα παϊδάκια που έκοβε κάθε βράδυ ο χασαποταβερνιάρης ο Λορέντσο Σέρα Κρεατέρ και τα σερβίριζε ζεστά – ζεστά και σαλτσωμένα σε κάτι Ιταλούς πελάτες του από το Μιλάνο. Καθώς ήταν και ζεστή η μέρα, μέσα από το μισάνοιχτο πουκάμισό του, διαγράφονταν ο ιδρώτας που σαν άλλος Οδυσσέας όργωνε το στέρνο του και έσταζε στα βρόμικα μπατζάκια του ξεπλένοντας τη λάσπη από το υπόγειο.

– Κατέβασε τον τόνο της φωνής σου Χουάν μην μας ακούσουν οι γείτονες και οδήγησέ με στο υπόγειό σου να μου δείξεις τις κούκλες σου, να σου πω τη γνώμη μου.

Χέρι – χέρι με τον Καρατζαφέρη, κατεβαίναν τα σκαλιά του ανήλιου και γεμάτου μούχλα υπογείου. Η προσμονή της ηδονής έκανε τον Χουάν τον Παρθένο να λιώνει μέσα στο λιοπύρι του πρωινού. Γλυκιά σαν μπακλαβάς από το Γκαζιαντέπ, μια μελωδική αρμονία ηχούσε στα αυτιά του, οι ορμές του έρωτα, ωσάν σορόπι από καταΐφι Γιαννιώτικο, περιτυλίγαν τους νευρώνες του εγκεφάλου και θολώναν τη σκέψη του. Αρπάζει την Εσμεράλντα στην αγκαλιά του με το δεξί του χειροδύναμο και αυτοδύναμο μπράτσο, και αρχίζει να τη γλυκοφιλά. Τα χείλη τους ενωθήκαν σε ένα πάθος μοναδικό, σαν ραβανί του Αλή Πασά με συνταγή Πολίτικη.

– ‘Ερωτά μου μοναδικέ, κάνε με να νιώσω γυναίκα!!! Το μάτι του Χουάν του Παρθένου γυάλισε. Η Εσμεράλντα το είδε και κοντοστάθηκε. Ο Χουάν απομακρύνθηκε προς στιγμή, με κατεύθυνση προς ένα μεγάλο σεντούκι, κληρονομιά από τη μακαρίτισσα γιαγιά του την Μαρία “Λας Κέτσαπ” Ντολόρες Ντελασάλσα Ασερεχέ, ονομαστή τοματοπαραγωγό της περιοχής. Ανοίγει το μεγάλο μπαούλο, βγάζει από μέσα ένα μικρό μπαουλάκι, κλείνει το μεγάλο μπαούλο, ανοίγει το μικρό μπαούλο, βγάζει ένα κουτάκι, κλείνει το μικρό μπαούλο, ανοίγει το μεγάλο, βάζει μέσα το μικρό, κλείνει το μεγάλο μπαούλο, ανοίγει το κουτάκι και βγάζει έξω ένα ατομικό κιτ βουλκανιζατέρ.

– Η κούκλα μου, η Νο 69, η Jenna Jameson, έχει μια τρύπα…. από το πολύ το τίκι-τάκα το έπαθε. Τα χέρια μου είναι πολύ θερμά για να απλώσουν το υλικό βουλώματος, ενώ τα παγερά δικά σου ιδανικά για να κλείσουν την τρύπα. ‘Άλλωστε, δεν ξέρω και να ράβω… είπε ο Χουάν και κοκκίνισε ολόκληρος σαν παντζάρι από τον κήπο της νόνας του της Νένυα Αμοράδα Πέρρος.

Συθέμελα σείστηκε η Εσμεράλντα Ντελαχώστον Βύζιον. Κατραπακιά έπαθε. Θέλησε να κατουρήσει από την απογοήτευση, αλλά κρατήθηκε γιατί δεν είχε μαζί της άλλο σερβιετάκι. Η προσμονή των 168 ημερών, 21 ωρών και 48 λεπτών που είχε να νιώσει ανδρική ανάσα δίπλα στη δική της, έλαβε τέλος. Άδοξο τέλος. Την τελευταία φορά που είχε θεμελιώσει μια σχέση της ήταν με τον Χοσέ Μπόρχες Ντο Νασιμέδο Πεολέ, τον άρχοντα της περιοχής, γνωστό μπερμπάντη και λεφτά, γυναικά, πλην έντιμου οικογενειάρχη, πατέρα τριών γιών λεβέντηδων και 2 κορών μοντέλων της Victoria’s Secret.

Την ήθελε από όταν η Εσμεράλντα ήταν ακόμη μια όμορφη κοπέλα, μαθητούδι του Γυμνασίου. Ο Πεολέ την είχε ζητήσει από τον πατέρα της, τον Χόρχε Αβάντι Μαέστρο Καλαματιάνο, αλλά αυτός δεν έδωσε τη συγκατάθεσή του για το γάμο γιατί η προίκα δεν ήταν η αρχικώς συμφωνημένη καθώς ο Χοσέ Μπόρχες δεν υπέγραψε για τη δωρεά των 500 εκ πέσος στον Οίκο Απόρων Κορασίδων “Ο Γλύψουλας”. Αυτό δεν εμπόδισε την Εσμεράλντα να κάνει μαζί του 2 δακτυλοδεικτούμενα εξώγαμα και 1 με εξωσωματική. Η επιστήμη να είναι καλά. Αλλά και ο Χοσέ είχε κάτι προβλήματα υγείας τον τελευταίο καιρό και δεν πέρναγε από τη χασιέντα της αγαπημένης του Εσμεράλντα Ντελαχώστον Βύζιον συχνά πλέον. Είχε χάσει το δεξί του @άρι ένα βράδυ σε μια παρτίδα Ρούσσικου πόκερ, σε εκείνο το παιχνίδι που γυρνάς το ρεβόλβερ ενός αυτόματου πιστολιού των 9mm και όποιον πάρει ο χάρος, αν δεν κάνεις 21 στο παιχνίδι.

– Εσμεράλντα… πάρε την παρθενιά μου στο βελόνι! Δεν αντέχω άλλο να βλέπω την Jenna ξεσκισμένη!!! Η φωνή του Χουάν την επανέφερε από το λήθαργο όπου είχε πέσει ανάσκελα με τα πόδια ανοιχτά. Και τότε θυμήθηκε πως δεν φόραγε καν βρακάκι, γιατί το τελευταίο καλό της εσώρουχο το φάγανε τα ποντίκια πριν 11 μέρες.

– Χουάν γλυκέ μου, πρέπει να φύγω, πες στη μάνα σου την Μαρία Ντελγκάδο Ντελαχτένια να σου ράψει την σούφρα της Νο 69, είπε η Εσμεράλντα και χάθηκε στα σκαλιά σαν αυτοκίνητο που πάει με 70 στις στροφές της Μηλιάς Μετσόβου με ομίχλη ορατότητος στα 2 μέτρα καθώς ο Χουάν έκλεινε το μικρό κουτάκι, άνοιγε το μεγάλο σεντούκι, έβγαζε έξω το μικρό μπαούλο, έκλεινε το μεγάλο σεντούκι, άνοιγε το μικρό μπαούλο, έβαζε μέσα το κουτάκι, άνοιγε το μεγάλο μπαούλο, έβαζε μέσα το μικρό μπαούλο και έκλεινε το μεγάλο μπαούλο… ξανά.

Η περιπέτεια του έληξε άδοξα. Η Παρθενιά του δεν παραβιάστηκε από το παγωμένο χέρι της Εσμεράλντα. Το ατομικό κιτ βουλκανιζατέρ, παρέμενε άθικτο, και η σούφρα της ξεσκισμένης κούκλας Νο 69 ορθάνοιχτη σαν antivirus των Windows. Μήπως άραγε, ήταν η ώρα να πάει επίσκεψη στην αγαπημένη του παλιά συμμαθήτρια και νυν πλούσια δημόσιο υπάλληλο και υπεύθυνη εργολαβιών και έκδοσης δανείων με το αζημίωτο, Ελβίρα Δόστον Μουνεϊρο, που διέμενε στην πλούσια γειτονιά της Ελ Βυζόν, με τα πανάκριβα Trekos Shop σε κάθε γωνία και τα Moonbucks Cafe της;

%d bloggers like this: